Διαδικτυακό περιοδικό Μουσικής TAR - ΚΙΘΑΡΑ & ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ
TRANSLATE this page:
 αρχική     προφίλ     ιστολόγια    επικοινωνία        RSS FEEDS           
GR CY

<< ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ >>
Επιμέλεια: Τίνα Βαρουχάκη



 

Tar Logo

| More
Home » ΑΡΘΡΑ (χρονολογικά) & Home » ΣΤΗΛΕΣ » Οξύνσεις και αναιρέσεις την εποχή της…Ύφεσης (Τ. Βαρουχάκη) & Home » ΠΡΟΣΩΠΑ » Συνεντεύξεις
  Εκτυπώστε το άρθρο

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΖΙΦΑΚΙ
στην Τίνα Βαρουχάκη

Ξεκίνησε ως μαθητής πιάνου προερχόμενος από μια οικογένεια με παράδοση στη μουσική: η γιαγιά του σολίστ πιάνου και πολλοί εκ των συγγενών του, παίζουν λαούτο, κιθάρα, κρητική λύρα κ.ά. (έχει καταγωγή από την Κρήτη). Το άμεσο, αλλά και ευρύτερο οικογενειακό του περιβάλλον, τον ενθάρρυνε στα πρώτα του βήματα: τον στήριξε στην απόφασή του να σταματήσει το πιάνο και να ξεκινήσει μαθήματα κιθάρας σε ηλικία 10 ετών. Στάθηκε το πρώτο του κοινό. Του έδωσε ευκαιρίες να εξοικειωθεί με την αγχώδη κατάσταση «έκθεσης» σε κόσμο παροτρύνοντάς τον να παίζει κιθάρα σε κρητικά γλέντια.
Και το σημαντικότερο: τον στήριξαν στη ριψοκίνδυνη απόφασή του να διακόψει τις σπουδές στην αρχιτεκτονική που έκανε στη Γερμανία (εγκαταλείποντας την «σίγουρη» προοπτική να αναλάβει το γραφείο του πατέρα του) για να αφοσιωθεί αποκλειστικά και μόνο στις σπουδές κλασικής κιθάρας που ήδη έκανε παράλληλα με την αρχιτεκτονική, στη Βασιλική Ακαδημία του Μάαστριχτ.
Όταν του ζητήσαμε μια συνέντευξη, με αφορμή την επικείμενη εμφάνισή του την Κυριακή, 7 Οκτωβρίου στο HALF NOTE JAZZ CLUB, με τους Νίκο Kαπηλίδη (ντραμς) και Παναγιώτη Μπουραζάνη (μπάσο), έγινε σαφές από την αρχή της συζήτησής μας ότι ο ίδιος δεν θέλει να μιλάει πολύ για τον εαυτό του, αλλά περισσότερο για τις προσωπικότητες που τον «σημάδεψαν»: Leo Brouwer, Manolo Sanlucar, Joaquin Grilo, Carmen Cortés, καθώς και για το συνθέτη και δάσκαλό του στα ανώτερα θεωρητικά, Μιχάλη Τραυλό. Κανείς τους δεν του ζήτησε βιογραφικό, αλλά όλοι τον έκριναν στην πράξη: είναι ο μόνος μη Ισπανός συνθέτης για τον οποίο χορογράφησε έργο o J. Grilo, o M. Tραυλός του αφιέρωσε έργο του, ο Leo Brouwer του πρότεινε να διευθύνει την ορχήστρα της Νότιας Ολλανδίας με τον τελειόφοιτο τότε Χρίστο Τζιφάκι ως σολίστ!
Εν τέλει, τίποτε δεν είναι τυχαίο: ούτε ότι στο φλαμένκο τον προσέλκυσε το Ήθος που ενυπάρχει στο εν λόγω είδος, κάνοντας μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση τόσο γι΄αυτό, όσο και για πολλά άλλα θέματα…

«…η συνεργασία με τον Leo Brouwer ήταν η πιο εύκολη που έχω κάνει στη ζωή μου! Γιατί εδώ δεν μπορεί να κάνει πράγματα κανείς μόνος του. Πρέπει να σε βοηθήσουνε. Εκεί δεν με ήξερε κανείς, ένας απλός φοιτητής ήμουνα. Αλλά υπήρχε η αρχή: έκατσες, δούλεψες, απέδωσες! Μερικά πράγματα θα μπορούσαν και στη χώρα μας να είναι πιο απλά. (...) επειδή έζησα αρκετά χρόνια στην Ευρώπη και είναι χρόνια τώρα που διδάσκω σε Φεστιβάλ, θεωρώ ότι έχουμε από τα υψηλότερα επίπεδα κιθάρας!»


Flamenco Alchemy στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Τ.Β.: Φλαμένκο από πότε παίζετε;

Χ.Τ.: Φλαμένκο έπαιζα ως αυτοδίδακτος από πολύ μικρή ηλικία, από δέκα χρονών. Όμως ξεκίνησα με σπουδές πιάνου, γιατί η γιαγιά μου ήταν σολίστ, αλλά εγώ δεν είχα υπομονή να κάθομαι να διαβάζω πιάνο! Μικρό παιδάκι έπαιζα ποδόσφαιρο! Μουσική διάβαζα με το ζόρι! Και το λέω αυτό, γιατί ίσως είναι μια απάντηση σε κάποιους γονείς, οι οποίοι πολύ νωρίς φέρνουν το παιδί σε ηλικία περίπου 8 ετών και περιμένουν μέσα σε δυο μήνες να τους πεις αν έχει ταλέντο! Εγώ στο πιάνο δεν έδειχνα την κλήση που θα έλεγε κάποιος ότι «το παιδί θα γίνει μουσικός στη ζωή του». Aλλά όταν είδα τον Paco de Lucia σε ηλικία 12 ετών, ήθελα να παίξω έτσι. Ήταν πολύ αυθόρμητο αυτό! Βέβαια με βοήθησε η οικογένειά μου: «αφού το λέει η ψυχή σου πήγαινε εκεί…αλλά κάντο σοβαρά». Mάλιστα η μητέρα μου, μου πήρε μια κιθάρα ακριβή, παρότι ήμουν αρχάριος. Kαι εγώ αισθάνθηκα ότι είναι κάτι σοβαρό αυτό τώρα...
Μετά ακολούθησα τις κλασικές σπουδές, αλλά στην Ελλάδα δεν πήγα ποτέ σε ωδείο, έκανα ιδιαίτερα μαθήματα με διάφορους δασκάλους τον Διαμαντή τον Ανδρομιδά για παράδειγμα, που τον αναφέρω επειδή έπαιζε και Φλαμένκο και μου άρεσε πολύ το μάθημα. Απ΄την άλλη, επειδή η καταγωγή μου είναι από την Κρήτη και όλο μου το σόι παίζουνε κρητικά όργανα, έχω μεγαλώσει με τα κρητικά (παίζει ένα ρόλο με το φλαμένκο αυτό).

Τ.Β. Έχει πολύ ενδιαφέρον να μας πείτε γι΄αυτή τη σύνδεση…

Χ.Τ. Έχει μια σχέση, η οποία είναι βαθύτερη. Η σύνδεση που βλέπω από το δικό μου βίωμα με την κρητική παράδοση είναι υποκειμενική, δεν είναι επιστημονική άποψη, αλλά την παραθέτω εμπειρικά. Καταρχάς, είναι πολύ έντονο το ρυθμικό στοιχείο, είναι η βάση. Ύστερα, χορός, τραγούδι και παίξιμο μουσικής είναι ένα πράγμα στην Κρητική μουσική. Για παράδειγμα, το πεντοζάλι το χορεύεις, το τραγουδάς και το παίζεις στο λαούτο. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στο φλαμένκο. Επίσης, αργότερα ανακάλυψα ότι είναι παρόμοιο και το ήθος που έχει η μουσική.

Τ.Β. Το ήθος;

Χ.Τ. Nαι, τι εννοώ μ΄αυτό: δεν υπάρχει πρωτεύων και δευτερεύων παράγοντας σ΄αυτές τις μουσικές – κάτι που βλέπουμε στη νεότερη μουσική. Δηλαδή, δεν είναι ο τραγουδιστής και από πίσω κάποιοι παίζουν. Θα πας να ακούσεις τον λυράρη, τον λαουτιέρη που θα τραγουδάει κιόλας. Το ίδιο γίνεται και στο φλαμένκο. Δεν είναι ο «σταρ» ο τραγουδιστής και έχει κάποιους που παίζουνε, οι οποίοι έχουνε ρόλο συνοδευτικό, αλλά όλοι μέσα είναι ίσοι.
Επίσης όταν παίζεις για τον τραγουδιστή, παίζεις για να τραγουδήσει. Όταν παίζεις για τον χορευτή, παίζεις για να χορέψει. Δηλαδή, βοηθάς εσύ αυτόν που εκείνη τη στιγμή στη σκηνή είναι μπροστά: δεν μπορείς να χορέψεις πχ πεντοζάλι, εάν δεν παίζει καλά η λύρα και το λαούτο. Ούτε μπορείς να χορέψεις Φλαμένκο αν δεν σου παίζει «ψυχωμένα», όπως λέμε, η κιθάρα. Το ίδιο στα Κρητικά, το ίδιο στο Φλαμένκο.
Βέβαια στην ψυχοσύνθεση των δυο λαών μπορούμε να βρούμε πολλά στοιχεία. Τα έχει πει ο Καζαντζάκης στο «ταξιδεύοντας στην Ισπανία». Δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση της Κρήτης με την Ισπανία.
Μια άλλη ομοιότητα είναι στο τραγούδι: το φλαμένκο στην ουσία είναι μαντινάδα. Οι Ισπανοί δεν θα πούνε: «κάντα ούνα καντιόν» (πες μας ένα τραγούδι) αλλά: «κάντα ούνα λέτρα». Αυτό δεν μεταφράζεται στα ελληνικά, αλλά νοηματικά το λέω μαντινάδα, γιατί: είναι αυτόνομο, μικρό, βγάζει νόημα, σαν την μαντινάδα, στα κρητικά είναι δυο στροφές, ας πούμε ένα δεκαπεντασύλλαβο, ενώ στα Ισπανικά είναι ένα επτασύλλαβο.


Flamenco Aire στο Θέατρο Βρετάνια

Τ.Β. Άρα, υπάρχει συγκεκριμένη μορφολογία;

Χ.Τ. Υπάρχει μια μορφολογία της λέτρας. Επίσης υπάρχουν κάποια άλλα κοινά στοιχεία: είναι δώδεκα βήματα ο πεντοζάλης, είναι δωδεκάρι η μπουλερία. Επίσης το γλέντι μοιάζει πολύ: θα πει τη μια μαντινάδα ο ένας, θα πει την άλλη μαντινάδα ο άλλος. Αντιστοίχως, θα πει τη μια λέτρα ο ένας, άλλη λέτρα ο άλλος. Το φλαμένκο τώρα πια έχει αποθεώσει την κιθάρα. Εμένα με «τράβηξε» πάρα πολύ η κιθάρα. Αλλά μετά στην ανάλυση, είδα ότι υπήρχαν και όλα αυτά τα στοιχεία. Είναι όλη η κουλτούρα που με τράβηξε. Γιατί τα είχα τα βιώματα από αλλού και τα ένοιωσα δικά μου.

Τ.Β. Υπάρχει στο φλαμένκο, αν κατάλαβα καλά, ένα στοιχείο «ελιτίστικο» και ένα στοιχείο που το συνδέει με τα αρχικά του συμφραζόμενα που ήταν αμιγώς λαϊκά…

Χ.Τ. Ναι. Αυτό λοιπόν είναι που με τράβηξε, γιατί εκεί βρήκα τον εαυτό μου. Είχε το ένα στοιχείο που ξεφεύγει από τη στενή λαϊκή φόρμα, αλλά πάντα στη ρίζα του υπάρχει αυτό το λαϊκό στοιχείο, το οποίο έχει δύναμη.

Τ.Β. Διαβάζοντας λίγο για τις απαρχές του Φλαμένκο, συνειδητοποίησα ορισμένες κοινές αναλογίες με το δικό μας ρεμπέτικο…

Χ.Τ. Kαταρχήν ο Paco de Lucia ακούει πολύ ρεμπέτικο! Έχει παίξει μπουζούκι σε cd και στο “cositas buenas” και σε άλλα. Με δάκτυλα παίζει. Με το ρεμπέτικο υπάρχει επίσης το κοινό στοιχείο του ήθους: δεν υπάρχει περίπτωση να γυρίσει ο τραγουδιστής την πλάτη στον οργανοπαίχτη. Επίσης το πάλκο έχει ένα σύμβολο: είναι όλοι καθισμένοι και όλοι ίσοι. Το ήθος του τραγουδιστή που ξεχωρίζει, είναι ένα “καινούργιο ήθος” που ήρθε μετά, νομίζω για εμπορικούς λόγους.

Τ.Β. Και το “νέο ήθος” φαντάζομαι ότι ούτε σήμερα αφορά το Φλαμένκο

Χ.Τ. Δεν το αφορά. Εκεί υπάρχουν ορισμένα στοιχεία πειθαρχίας. Δηλαδή δεν μπορεί την ώρα που τραγουδάει ο τραγουδιστής να αρχίσεις εσύ να κάνεις φιγούρα με την κιθάρα και να τραβήξεις την προσοχή επάνω σου. Όπως και ο χορευτής δεν μπορεί να «βάλει πολλά τακούνια» την ώρα που τραγουδάει ο τραγουδιστής. Αυτά είναι κάποια στοιχεία του ύφους που δείχνουνε το ήθος. Και μην ξεχνάμε ότι όπως το ρεμπέτικο υποδηλώνει ένα στοιχείο ταυτότητας, «είμαι ρεμπέτης» όχι παίζω ρεμπέτικα, αντιστοίχως οι Ισπανοί λένε: «είμαι Φλαμένκο».

Τ.Β. Το οποίο απηχεί και έναν τρόπο ζωής;

Χ.Τ. Παλαιότερα, προ της εποχής των μεγάλων σταρ του Φλαμένκο - γιατί από τον Paco de Lucia και μετά, έχουμε “σταρ”. Αλλά πριν, έπαιζε ένα ρόλο διαφοροποίησης. Οι τσιγγάνοι είναι ένα σημαντικό κομμάτι του Φλαμένκο - όχι το μόνο, είναι λάθος να νομίζουμε ότι είναι το μόνο.

Τ.Β. Θα με ενδιέφερε να αναφερθείτε σ΄ αυτό, γιατί διάβασα σε άρθρο σας ότι υπάρχουν πολλές απόψεις οι οποίες ποικίλουν, οπότε αν επικρατεί κάποια λανθασμένη άποψη καλό να είναι το ξεκαθαρίσουμε.

Χ.Τ. Καμία αντίληψη δεν είναι λανθασμένη. Οι λαοί έχουν το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται και είναι λίγο επικίνδυνο σε θέματα που σχετίζονται με μειονότητες να ψάχνουμε έναν επιστημονικό ορισμό. Δηλαδή αν οι τσιγγάνοι ας πούμε στην Ισπανία θέλουν να προσδιορίζονται έτσι, δεν μπορώ εγώ να τους πω ότι δεν είσαι αυτό που λες (αφού εσύ αυτό έμαθες από τον παππού σου), γιατί το λέει το τάδε Πανεπιστήμιο. Είναι σαν να μου πει κάποιος: «δεν είσαι τόσο Έλληνας όσο νόμιζες, επειδή εμένα η έρευνα μου “έβγαλε” αυτό…» Εκείνο που μπορώ να πω, είναι ό,τι ακούω με το αυτί μου: οπωσδήποτε στοιχεία Αραβικά, Βυζαντινά, Ευρωπαϊκά, βεβαίως ως ένα σημείο, Aφρικάνικα, όσον αφορά και το ρυθμικό στοιχείο και κάποια λανθάνοντα Εβραϊκά στοιχεία, όπου έχουνε γραφτεί μελέτες γι΄αυτά.

Τ.Β. Οι σπουδές σας ήταν από την αρχή στο Flamenco;

Χ.Τ. Όχι, οι σπουδές που έκανα ήτανε κλασικές. Μελετούσα κλασική κιθάρα (σκληρό διάβασμα, συμμετοχή σε διαγωνισμούς κτλ) αλλά δεν μου «πήγαινε» πολύ ως ψυχοσύνθεση. Επειδή είχα πάρει αριστείο εξαιρετικής επίδοσης, μου έδωσαν υποτροφία. Αρχικά είχα πάει στον Pepe Romero (σε σεμινάριο) στην Ισπανία, (καταπληκτικός, ήταν γνώστης του Φλαμένκο). Αλλά εκεί γνώρισα τον Manolo Sanluca και έτσι έκανα μάθημα και με τους δυο και κυρίως με τον Manolo Sanluca. Εκείνος μου έδειξε πώς μετράμε σωστά στο Flamenco και πώς είναι οι τεχνικές. Ας πούμε κάθε “rasgueados” έχει συγκεκριμένο ρυθμικό σχήμα. Κάθε χτύπημα και τεχνική αντιστοιχεί σε μια ρυθμική αγωγή συγκεκριμένη. Αυτό το συνειδητοποίησα εκεί. Μετά έμαθα πώς είναι οι χοροί, ότι όλοι οι χοροί συνδέονται μεταξύ τους.


Ερμηνεύοντας το κοντσέρτο της Λιέγης υπό τη διεύθυνση του Leo Brouwer

Τ.Β. Πότε γνωρίσατε τον Leo Brouwer;

Χ.Τ. Τον γνώρισα στην Ισπανία, στην Cordoba, γύρω στο 1993. Η επαφή δεν έγινε μέσω κάποιου δασκάλου ή άλλου προσώπου. Ήθελα να πάω να τον βρω, δεν είχα φράγκο στην τσέπη μου και πήγα με autostop! Είπα: θα πάω και ή θα με διώξει ή θα μου ανοίξει ένας δρόμος... Αλλά ήταν ένα τόλμημα με αγνότητα. Αυτός ενθουσιάστηκε με όλο αυτό. Μου είπε:«εσύ ή καλή κιθάρα θα παίζεις ή στην έχει δώσει τελείως!»
Και όταν με άκουσε, μου λέει:«θα σου γράψω συστατική επιστολή και αν η Ακαδημία σου το χρηματοδοτήσει, θα έρθω με σένα σολίστ». Έτσι έγινε. Αλλά θα ήθελα να θέσω και μια άλλη προέκταση: ήταν η πιο εύκολη συνεργασία που έχω κάνει στη ζωή μου! Το πιστεύετε αυτό; Γιατί εδώ δεν μπορεί να κάνει πράγματα κανείς μόνος του. Πρέπει να σε βοηθήσουνε. Εκεί δεν με ήξερε κανείς, ένας απλός φοιτητής ήμουνα. Είναι προς τιμήν των Ολλανδών:«έφερε το παιδί τη συστατική από το Brouwer θα οργανώσουμε τη συναυλία». Αλλά εκεί υπήρχε η αρχή: έκατσες, δούλεψες, απέδωσες!
Μερικά πράγματα θα μπορούσαν και στη χώρα μας να είναι πιο απλά. Και θα ήθελα να πω ότι επειδή έζησα αρκετά χρόνια στην Ευρώπη, γύρισα και αρκετά Φεστιβάλ και είναι χρόνια τώρα που διδάσκω σε Φεστιβάλ, θεωρώ ότι έχουμε από τα υψηλότερα επίπεδα κιθάρας γενικά. Τα παιδιά που βλέπεις εδώ παίζουν καταπληκτική κιθάρα!

Τ.Β. Και η συναυλία διοργανώθηκε στο πλαίσιο της τελετή αποφοίτησής σας;

Χ.Τ. Δεν ήταν τελετή αποφοίτησης. Σε μια εβδομάδα μετά, έδωσα για δίπλωμα. Αλλά επειδή είχα πάρει το αριστείο, η Ακαδημία τιμής ένεκεν, αποφάσισε να προσκαλέσει τον Leo Brouwer να διευθύνει την τοπική ορχήστρα (της Νότιας Ολλανδίας). Αυτή για μένα ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία, στη εκείνη τη φάση της ζωής μου, όπου τέλειωνα τις σπουδές, ολοκλήρωνα δηλαδή έναν κύκλο και έθεσα στον εαυτό μου το ερώτημα: «τι κάνω από δω και πέρα».
Ήταν μια εμπειρία πολλαπλή με πολλές προεκτάσεις: σκέφτομαι ότι η ίδια προσωπικότητα, του ίδιου κύρους μπορεί σε μια άλλη φάση της ζωής σου να μην σε επηρεάσει έντονα. Είναι ο Leo Brouwer μια πολύ ισχυρή προσωπικότητα, αλλά ήταν και η φάση που ήμουν εγώ τότε.
Ο άνθρωπος αυτός είχε κάτι το πολύ ξεχωριστό: βρήκε το δικό του δρόμο στη μουσική, όχι αυτόν που είχαν ακολουθήσει άλλοι προσπαθώντας να γίνει καλύτερός τους. Δεν ήταν δηλαδή ο σολίστας, ο οποίος μέσα στο χώρο των σολίστ, ήθελε να γίνει καλύτερος ή το αντίστοιχο στο χώρο των συνθετών. Ήταν άνθρωπος με ελεύθερο πνεύμα, αναζήτησε να βρει τον εαυτό του. Ένα αλχημιστής, ο οποίος ταίριαξε στη μουσική του και στην όλη του εικόνα στοιχεία που ενδεχομένως για κάποιον άλλο να ήταν αταίριαστα. Μπορεί να δεις μέσα σε ένα έργο του, στο κοντσέρτο της Λιέγης (που παίξαμε μαζί) να έχει γράψει στοιχεία δωδεκαφθογγικά, μέχρι στοιχεία με πεντατονικές που να είναι επηρεασμένες από την τζαζ και από τη ροκ!
Επίσης, η επιβολή που είχε στην ορχήστρα, μου έκανε εντύπωση. Είδα την ορχήστρα της Νότιας Ολλανδίας, την οποία εγώ γνώριζα με άλλους μαέστρους και μόλις διηύθυνε ο Brouwer έπαιξε τελείως διαφορετικά! και λες:«οι ίδιοι άνθρωποι είναι! πώς έχει τέτοια επιβλητικότητα;» Με ευγένεια όμως…Τους ενέπνευσε έναν εσωτερικό παλμό δε, πάνω στο ρυθμό απίστευτο! Μια αίσθηση του ρυθμού και του ηχοχρώματος καταπληκτική! 


Μετά το τέλος της συναυλίας υπό τη Δ/νση του Leo Brouwer

Τ.Β. Ποιες άλλες προσωπικότητες αισθάνεστε ότι σας επηρέασαν;

Χ.Τ. Αναμφισβήτητα ο Paco de Lucia, τον οποίο όμως δεν τον έχω γνωρίσει προσωπικά. Ο δάσκαλός μου στα θεωρητικά ο Μιχάλης Τραυλός, διότι έπαιξε για μένα ένα πολύ σημαντικό ρόλο όταν γύρισα από την Ολλανδία. Αυτός ο άνθρωπος με ενέπνευσε. Μου μάθαινε τη ματιά του συνθέτη από το πιο απλό θέμα αρμονίας, που ήταν πρόπλασμα σύνθεσης και έτσι άρχισα να γράφω μουσική αμέσως. Επίσης αναπτύχθηκε και μια φιλία και αργότερα μου αφιέρωσε ένα κοντσέρτο το οποίο παίχτηκε με την ορχήστρα των χρωμάτων.

Τ.Β. Σε άρθρο σας στο TaR, καθώς και σε μια πρόσφατη διάλεξη στο φεστιβάλ κιθάρας στην Πάτρα φέτος, συμβουλεύετε τους μαθητές να υιοθετήσουν τεχνικές φλαμένκο για να ενδυναμώσουν το χέρι τους και να παίζουν πιο άρτια τις κλίμακες

Χ.Τ. Το Φλαμένκο γυμνάζει την εξωτερική πλευρά του χεριού, την κίνηση προς τα έξω, ενώ η κλασική καθαρά προς τα μέσα. Και δεν έχουμε σκεφτεί ότι ταχύτητα δεν είναι μόνο να κρούεις γρήγορα τις χορδές, αλλά και πόσο γρήγορα αποδεσμεύεις τα δάκτυλα. Αν πάρει ένας κιθαρίστας τις τεχνικές του φλαμένκο και τις πάρει πειθαρχημένα, τότε μόνο να ωφεληθεί έχει.


" Duo Concerti" του Μιχάλη Τραυλού, με την Ορχήστρα των Χρωμάτων

Τ.Β. Σε ποιο στάδιο σπουδών εκτιμάτε ότι πρέπει να γίνει αυτό;

Χ.Τ. Ακόμη και στα πολύ μικρά, τους λέω κάποια στοιχεία…Τα Ισπανάκια όταν ξεκινήσουν φλαμένκο ο δάσκαλος δεν θα τους βάλει καθόλου το αριστερό χέρι στην κιθάρα, ενώ το δεξί θα παίζει μόνο ρυθμικά. Πάνω σε αυτό το ρυθμικό παίξιμο μαθαίνει το παιδί όλα τα μέτρα. Αυτό που μπορείς να κάνεις, είναι να του δείξεις την τεχνική να μάθει τα μέτρα μιμητικά, όχι τόσο να τα κατανοήσει με την έννοια την εγκεφαλική (τη θέση και την άρση), αλλά να αρχίσει να αποκτάει την αίσθηση του αντιχρονισμού. Έτσι, όταν φθάσει στο σημείο να το δει στην παρτιτούρα, το έχει ήδη κατανοήσει.

Τ.Β. Θα έλεγα να φύγουμε από την ιδιότητά σας ως δασκάλου και σολίστ και να μιλήσουμε για την ταυτότητά σας ως συνθέτη, η οποία καταλαβαίνω ότι είναι πολύ σημαντική.

Χ.Τ. Καταρχάς, μου αρέσει να διασκευάζω και όταν λέω ότι κάνω «διασκευές» μπορεί να μην καταλάβεις ποιο είναι το αρχικό. Έχω την τύχη να είμαι σε επαφή με μουσικούς από διαφορετικούς χώρους, δηλαδή από το χώρο της τζαζ, της παραδοσιακής μουσικής κτλ Πολύ συχνά, πρώτα φτιάχνω «τα κομμάτια του πάζλ» και μετά κάνω το όλο, αλλά καμία φορά την αρχιτεκτονική την έχω από πριν. Επίσης ό,τι γράφω έχει να κάνει με τους μουσικούς που θα το παίξουν. Θα προτιμούσα να θυσιάσω μια φράση αν ο εκτελεστής φθάνει σε τέτοιο βαθμό δυσκολίας και δεν «σονάρει» ή να την ενορχηστρώσω αλλού. Επίσης μπαίνω στην ψυχολογία του μουσικού: θα προσπαθήσω όσο είναι δυνατόν να έχει φραστικό νόημα η παρτιτούρα του, ώστε να του είναι η μελέτη ευχάριστη, να μπορέσει να αγαπήσει το έργο. Γιατί αν οι φράσεις του μεμονωμένα δεν έχουν νόημα παρά μόνο ενταγμένες στο σύνολο, τότε δεν θα το μελετήσει με πολύ κέφι. Επίσης εκεί με έχει επηρεάσει ο Brouwer πολύ: όποιος έχει την εμπειρία να ακούσει τα έργα του ζωντανά θα δει ότι οι “sonorité” που πετυχαίνουν οι ορχήστρες του είναι απίστευτες! “Σονάρουν,” αναπνέουν…


Σεμινάριο στο Φεστιβάλ Κιθάρας Πάτρας

Τ.Β. Άλλοι που σας έχουν επηρεάσει ως συνθέτες;

Χ.Τ. Ο Aram Katsaturian μου αρέσει πάρα πολύ, οι Ρώσοι μου αρέσουν πολύ όλοι. Έχω μια ευαισθησία στους συνθέτες που χρησιμοποιούν το τροπικό σύστημα στη μουσική τους. Αγαπώ πολύ βέβαια τους Ισπανούς, επίσης τον Bella Bartok και τους λατινοαμερικάνους για την αίσθηση που έχουν του χρώματος…Ο Brouwer, ο Vila Lobos, ο Alberto Ginastera, οι Αssad, ο Chick Corea …

Τ.Β. Με ποιο προσωπικό κριτήριο σε γενικές γραμμές αναγνωρίζετε την αξία ενός έργου;

Προσωπικά, θεωρώ πολύ σημαντικό το ένστικτο. Ένα ένστικτο που καλλιεργείται όμως με την γνώση, αλλά και που μπορεί να καταστρατηγηθεί από την γνώση, όταν αυτή δεν έχει αφομοιωθεί.
Στη μουσική, όπως και στη φιλοσοφία, δεν είναι τόσο σημαντικό το να κατανοήσεις, όσο το να δεις. Είπα και στο σεμινάριο στην Πάτρα, στα παιδιά ότι αν θέλουν να έχουν αναφορά μιας ματιάς βαθύτερης στα πράγματα, να αγοράσουν την ποιητική του Αριστοτέλη και τη μουσική ποιητική του I. Stravinsky. Θα τους λύσει πάρα πολλά ερωτήματα. Κυρίως θα τους δώσει ένα μέτρο στο πόσο βαθύ ή ρηχό είναι ένα έργο. Πολλές φορές αναζητούμε βάθος σε ένα έργο που δεν υπάρχει. Αν ένα έργο δεν έχει βάθος, δεν σημαίνει ότι είναι κακό έργο, μπορεί να είναι γραμμένο για εντυπωσιασμό πχ ο R. Dyens έχει γράψει πολλά τέτοια έργα. Aλλά δεν μπορείς να αναζητάς το βάθος που θα αναζητήσεις στη “Chaconne” του J.S. Bach. Το πόσο βαθιά μπορεί να φθάσει ένα έργο σε νοήματα, επειδή δεν μπορεί να στο δώσει πάντοτε η ίδια η μελέτη, πρέπει να την αναζητάς και από άλλα πράγματα. Ο καλλιτέχνης αν έχει να προσφέρει κάτι στην κοινωνία, είναι μια εσωτερική ματιά που μπορεί να τη διευρύνει με τρόπο συμβολικό.

Τ.Β. Μιλήστε μας λίγο για τους “Flamenco Aire”

Χ.Τ. Δημιουργήσαμε το γκρουπ με τη σύζυγό μου, Melina Ivanisheva, που είναι χορεύτρια. Στην αρχή, σε πιο μικρούς χώρους (μουσικές σκηνές κτλ) σιγά, σιγά, αρχίσαμε να παίζουμε και σε μεγαλύτερους χώρους: σε ανοικτά Φεστιβάλ, στο Θέατρο Παπάγου, δηλαδή σε χώρους που έχεις κοινό και 1500 - 2000 άτομα.
Στην Ελλάδα όσοι μας ξέρανε πάντα είχαμε θετική ανταπόκριση. Όμως για να κάνεις κάτι καλό πρέπει και διεθνώς να μπορεί να στηθεί, ώστε να ξεπεραστεί η νοοτροπία του «καλοί είναι για Έλληνες». Και να μείνει σκέτο, το «καλοί»! Και επειδή χρόνια παρακολουθούσα το Φεστιβάλ, Jerez de la Frontera στην Ισπανία, έβλεπα ότι στην Ελλάδα ερχόντουσαν οι παραστάσεις λίγο «κουτσουρεμένες», για λόγους μείωσης του κόστους. Και τότε είχα την ιδέα να στήσω μια πολύ καλή μπάντα στην Ελλάδα και να φιλοξενούμε εμείς ένα «μεγάλο όνομα». Η πρώτη δουλειά που έκανα να παίξω με «κορυφαίο» όνομα ήταν με την Carmen Cortés, στο Θέατρο του Παπάγου, αν θυμάμαι καλά το 2005, όπου είχε 2500 χιλιάδες κόσμο. Ήταν ένα διήμερο και πήγε πάρα πολύ καλά. Αν δεν σεβαστώ τη διαλεκτική σχέση που έχω με το κοινό και αν δεν μιλήσω με αυτό σε υψηλό επίπεδο πώς θα περιμένω να μου ανταποκριθεί; Κάποια στιγμή είχα γράψει ένα άρθρο που υποστήριζα ότι: «Το έδρανο της Βουλής, ο άμβωνας της Εκκλησίας, η έδρα η Πανεπιστημιακή και η σκηνή του θεάτρου είναι το ίδιο πράγμα»: ένας άνθρωπος τον οποίο η κοινωνία συμβολικά τον υπερυψώνει, ο ίδιος πρέπει να δείξει σεβασμό.

Τ.Β. Το Joaquin Grilo πότε τον γνωρίσατε;

Χ.Τ. Toν γνώρισα το 2006 όταν είχε έρθει εδώ για να διδάξει σε σεμινάριο μιας σχολής χορού. Ήταν μια παρόμοια περίπτωση με αυτήν του Brower, ο τύπος της γνωριμίας μας: ζήτησα να του δείξω κάτι που γράφω.
Kάποτε (φυσικά πριν τον γνωρίσω) είχα πάρει μια παλιά του χορογραφία και τα ρυθμικά σχήματα που έκανε με τα πόδια τα είχα γράψει dictée. Και μετά τα “έντυσα” με μουσική. Και μια από τις δουλειές που του έδειξα, ήταν αυτή. Εντυπωσιάστηκε πολύ. Μου λέει: «η μουσική σου απ΄ την αρχή ως το τέλος χορογραφείται». Είμαι ο πρώτος μη Ισπανός συνθέτης που χορογράφησε ο Grilo έργο μου.
Και μετά του ζήτησα να μου πει «πώς δουλεύει», γιατί το χαρακτηριστικό στο φλαμένκο είναι ότι ο χορευτής αυτοχορογραφείται. Moυ είπε «γράψε εσύ, όπως θέλεις». Eπικοινωνήσαμε βαθιά, σεβόμενοι ο ένας την κουλτούρα του άλλου και μέσα από τη διαφορετικότητα μας.
Επίσης ούτε ο Grilo, ούτε ο Brouwer, ούτε κανένας άλλος από αυτούς τους ανθρώπους με ρώτησε για το βιογραφικό μου. Είδαν αυτή τη δουλειά όπως ήτανε.

Τ.Β. Πώς φθάσατε στο ΜΜΑ το 2010;

Χ.Τ. Ήταν μια πρόταση που έγινε από κοινού με τον Joaquin Grilo. Mετά τα τυπικά, ήταν των διοργανωτών.

T.Β. Θα θέλατε να μας πείτε δυο λόγια για την διαδικασία της σύνθεσης του έργου;

Εγώ έγραψα λοιπόν το 80% όπως το είχα στο μυαλό μου. Το υπόλοιπο 20% το δούλεψα στην Ισπανία, στο studio του Joaquin Grilo. Αυτό ήταν μια επιλογή που κάναμε από κοινού, ώστε να προσαρμόσω τη μουσική σε κάποια σημεία στην ιδιαίτερη κινησιολογία του χορευτή. Ήταν πραγματικά μια πολύ όμορφη και έντονη εμπειρία, που με έκανε να συνειδητοποιήσω με πολύ άμεσο τρόπο ότι ένα πολύ σημαντικό μέρος της ορμής που μπορεί να έχει ένα έργο προέρχεται από το ίδιο το ανθρώπινο σώμα! Αφού ολοκληρώθηκε αυτή η διαδικασία, έδωσα τις παρτιτούρες στον Μιχάλη Τραυλό, ο οποίος, με αυτήν την εξαιρετικά εκλεπτυσμένη αίσθηση του ηχοχρώματος που διαθέτει, έβαλε την δική του πινελιά. Αυτός είναι και ο λόγος που ονόμασα το έργο «Αλχημεία». Αυτό που επιδίωξα με αυτό το έργο ήταν να σπάσω τα σύνορα. Πρωτ’απ’ όλα τα προσωπικά και ύστερα τα μουσικά. Θέλησα να δημιουργήσω μια ενότητα, μεταξύ μουσικών που έχουν μάθει κατά κύριο λόγο να αυτοσχεδιάζουν (όπως είναι οι μουσικοί της τζαζ και του φλαμένκο) με μουσικούς που έχουν συνηθίσει να ερμηνεύουν συγκεκριμένο κείμενο. Με μια δόση ίσως υπερβολής θα έλεγα ότι με αυτόν τον τρόπο προσπάθησα να συνδυάσω το απολλώνιο με το διονυσιακό στοιχειό, πάνω στις φόρμες του φλαμένκο.


Τ.Β. Θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για το έργο "Duo Concerti" του Μιχάλη Τραυλού, το οποίο σας έχει αφιερώσει; Πως πρόεκυψε αυτή η συνεργασία;

Χ.Τ. Υπήρξα για αρκετά χρόνια μαθητής του Μιχάλη Τραυλού στα ανωτέρα θεωρητικά. Το μάθημα ήταν πραγματικά όπως πρέπει να είναι ένα μάθημα Μουσικής: συγκεντρωμένο και αυστηρό, αλλά ταυτόχρονα ελεύθερο κι αυτοσχεδιαστικό. Πειθαρχία στους κανόνες και ταυτόχρονα ανοιχτό σε πειραματισμούς, με σεβασμό στην παράδοση, αλλά και προσανατολισμένο στη σύγχρονη δημιουργία και το σημαντικότερο: με σεβασμό και από τις δυο πλευρές ! Κατά την διάρκεια των μαθημάτων, συνήθιζα να εκφράζω συχνά τον ενθουσιασμό μου σχετικά με τις τεχνικές δυνατότητες των κιθαρίστων του φλαμένκο, αλλά και σχετικά με την πολυάριθμα κι έτσι ο Μιχάλης, ως γόνιμο πνεύμα που είναι, σκέφτηκε να γράψει ένα κονσέρτο, όπου θα συμπεριελάμβανε όλες αυτές τις δυνατότητες, μέσα από ένα σύγχρονο " καλειδοσκόπιο". Το αποτέλεσμα ήταν το "Duo Concerti", ένα πολύ όμορφο, δυναμικό, γεμάτο χρώμα κι εξαιρετικά δεξιοτεχνικό κονσέρτο, σε δυο μέρη (όπως δηλώνει και ο τίτλος του). Η πρώτη εκτέλεση του έγινε το 2003 με την Ορχήστρα των Χρωμάτων, υπό την διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη. Ένα χρόνο αργότερα, το ηχογράφησα στη Σόφια με την Συμφωνική Ορχήστρα. Ίσως μια μελλοντική μεταγραφή σε απλούστερη μορφή (από πλευράς ενορχήστρωσης), θα το καθιστούσε πιο προσιτό.


Τ.Β. Ποια είναι τα επόμενα καλλιτεχνικά σας σχέδια;

Χ.Τ. Προς το παρόν αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ηχογράφηση του cd που ετοιμάζω, το οποίο θα έχει διασκευές έργων που με εκφράζουν και αγαπάω, συνθετών στο δικό μου το στυλ πάντα με φλαμένκο τζαζ τρίο και κάποιες δικές μου συνθέσεις. Φιλοδοξώ να περιλάβω στο cd μουσικούς με τους οποίους έχω παίξει στο παρελθόν: Τον Παναγιώτη Μπουραζάνη, (ηλεκτρικό μπάσο), Νίκο Καπηλίδη (κρουστά), Νίκο Κατριτζιδάκη, (φλάουτο), Γιάννη Παπαγιαννούλη (κρουστά), Γιάννη Δημουλά και στην πορεία μπορεί να προκύψουν και άλλοι…

Τ.Β. Θα θέλατε να πείτε κάτι στα παιδιά που έχουν αποφασίσει να ακολουθήσουν τον δρόμο της μουσικής;

Χ.Τ Δεν μου αρέσει να συμβουλεύω κανέναν. Αλλά, θέλω να πω κάτι στα νέα παιδιά: επειδή δεν είναι «εύκολος» ο δρόμος της μουσικής, αν αντιμετωπίζουνε δυσκολίες να κοιτάζουνε μέσα τους, αναζητώντας πάντα αυτή την πρωταρχική φλόγα που τους έκανε ακριβώς να διαλέξουν αυτό τον δρόμο! Ρωτήσανε κάποτε τον Ηράκλειτο: “που τα έμαθες όλα αυτά; ” και απάντησε: “Εαυτόν Ερεύνησα.”

Διαβάστε εδώ βιογραφικό και κριτικές http://www.tar.gr/content/content.php?id=3364

 


Τίνα Βαρουχάκη
varouchaki@gmail.com
Οκτώβριος 2012
Τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας



| More

    - Ενημερώστε για τις εκδόσεις σας. (Στις "κυκλοφορίες" η παρουσίαση των εκδόσεων γίνεται με την επιμέλεια και ευθύνη των δημιουργών τους).
    - Ενημερώστε το TaR (webmaster.tar@gmail.com) για τις δραστηριότητές σας και για οποιαδήποτε κιθαριστικού ή γενικότερου μουσικού ενδιαφέροντος είδηση
    (Ό,τι παρατίθεται στις ενημερωτικές στήλες είναι πληροφόρηση κι όχι -κατ' ανάγκη- πρόταση του TaR)
Το TaR λειτουργεί ως μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία των συνεργατών. 
Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους και η πληροφόρηση που παρέχει μέσω των ενημερωτικών στηλών του εξαρτάται αποκλειστικά από τα δελτία τύπου που στέλνουν οι ενδιαφερόμενοι καλλιτέχνες, τα οποία και δημοσιεύει "καλή τη πίστει". Όπως είναι επόμενο όμως, το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες.
.

© TAR - Μουσικό διαδικτυακό περιοδικό
webmaster: Κώστας Γρηγορέας
διευθυντής: Νότης Μαυρουδής


εικαστική επιμέλεια, σχεδιασμός: Ειρήνη Κουρζάκη
υλοποίηση, φιλοξενία: Hyper Center