[με τη δική μου ματιά] ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ
(του Ευάγγελου Ασημακόπουλου)

[με τη δική μου ματιά]

ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ



Περασμένα μεσάνυχτα και σπεύδω να γράψω τούτο το σημείωμα για τους αναγνώστες του TAR αφ’ ενός γιατί δεν θέλω να αφήσω ασχολίαστη τη συναυλία του ντουέτου Χριστοδήμου – Πετρίδη και αφ’ ετέρου γιατί όπως και νάχει το ζήτημα, νοιώθω κομμάτι υπερήφανος αυτή την ώρα.

Δεν είναι στις προθέσεις μου να ασχοληθώ με την επί μέρους κριτική των κομματιών του αποψινού ρεσιτάλ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αφού αυτό άλλωστε δεν ανήκει στις δικές μου επιλογές. Απλά τη συγκίνηση που ένοιωσα ως δάσκαλος θέλω να εκφράσω αλλά και την απόλαυση που αισθάνθηκα γι’ αυτό που άκουσα.

Με τίτλο ‘Ήχοι της Μεσογείου’ η συναυλία για δυο κιθάρες της Αλεξάνδρας Χριστοδήμου και του Γιάννη Πετρίδη ξεπέρασε κάθε προσδοκία και πρέπει χωρίς αμφιβολία να ικανοποίησε μουσικά ακόμα και τον πιο απαιτητικό ακροατή. Ένα άψογο σε εκτέλεση πρόγραμμα που η δομή του κάλυπτε όλες τις εποχές, κύλησε με ένα συνεχές ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος. Ακούγοντας τις δυο κιθάρες σαν μια και απολαμβάνοντας ένα άρτιο ‘ανσάμπλ’ ακόμα και στις πιο δύσκολες φράσεις, είχες διαρκώς την αίσθηση μιας υψηλών προδιαγραφών μουσικής πανδαισίας και συγχρόνως την διαπίστωση πως πίσω από αυτό το γοητευτικό αποτέλεσμα κρύβονται ατέλειωτες ώρες εργασίας.

 

Η Αλεξάνδρα κι ο Γιάννης δεν είναι πρωτάρηδες στο μουσικό στίβο: και σημαντικές συναυλίες έχουν δώσει, και δίσκους έχουν ηχογραφήσει, και βραβεία έχουν κερδίσει. Από την άλλη ωστόσο είναι δυο παιδιά που δεν τα βρήκαν όλα ‘στρωμένα’ στη ζωή. Για τη Λίζα και για μένα που τους μεγαλώσαμε μουσικά, που παρακολουθήσαμε από κοντά την καλλιτεχνική τους διαδρομή τρεις δεκαετίες τώρα, υπήρξαν και είναι η ελπίδα της συνέχειας του δικού μας έργου χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς εκπτώσεις, χωρίς νοθείες. Μια προσδοκία που με τον καιρό γίνεται βεβαιότητα αλλά και δικαίωση μετά την αποψινή τους εμφάνιση. Πέρα από τα τεχνικά και μουσικά προσόντα, το χαρακτηριστικό που διέκρινες ανέκαθεν στους δυό τους, ήταν η αφοσίωση στη μουσική, ήταν το ενδιαφέρον για έρευνα και αναζήτηση, η φλόγα και το πάθος για διάκριση μέσα από την προώθηση μιας υγιούς καλλιτεχνικής προσφοράς.  

Εργάστηκαν και εργάζονται αδιάκοπα ο Γιάννης και η Αλεξάνδρα. Χωρίς στηρίγματα, χωρίς βοήθεια οικονομική ή κοινωνική. Με μόνο όπλο την προσπάθεια και τον συνεχή αγώνα για την επίτευξη του στόχου και την καταξίωση, οι δυο ώριμοι πια καλλιτέχνες αποτελούν στις μέρες μας ένα από τα κορυφαία ντουέτα κιθάρας της γενιάς τους. 

 

Η ιστορία του ντουέτου κιθάρας είναι τόσο παλιά όσο και η ιστορία της κιθάρας σόλο. Από τον 18ο αιώνα που γράφτηκαν οι πρώτες μέθοδοι και εμφανίστηκαν οι πρώτοι αξιόλογοι μελετητές, συνθέτες και εκτελεστές, βρίσκουμε να γράφονται παράλληλα και τα ανάλογα έργα για δυο κιθάρες. Σαν να χρειαζόταν αυτό το δύσχρηστο και αχάριστο όργανο να χαλαρώσει, να αναπνεύσει, να τραγουδήσει περισσότερο, σαν να αισθανόταν πάντα την ανάγκη της συνεργασίας, της χρήσης περισσότερων χορδών για τη διάρκεια του ήχου και των εκφραστικών επινοήσεων. Σαν από τα πρώτα χρόνια που διεκδικούσε να καθιερωθεί ως όργανο συναυλιών να αναζητούσε να ταιριάξει και να συμπορευτεί με ένα ομογάλακτο. Έτσι δεν είναι τυχαίο που ο Σορ και ο Αγουάδο στην Ισπανία έγραφαν και εμφανιζόντουσαν παράλληλα ως ντουέτο, αλλά και στην Ιταλία την ίδια περίοδο ο Τζουλιάνι ή ο Καρούλι επίσης. Κι αργότερα ο Λιομπέτ με τη Μαρία Λουίσα Αννίδο, ο Εμίλιο Πουζόλ με τη Ματίλντη Κουέρβας, ο Σεγόβια με την Αιμιλία Κοράλ, ο Μπριμ με τον Γουίλιαμς. Ούτε είναι τυχαίο που ο μεγάλος πιανίστας Φρειδερίκος Σοπέν φέρεται να είπε πως “δεν υπάρχει ωραιότερο όργανο από τη μία κιθάρα, αν ίσως εξαιρέσουμε τις δύο”. Και για όσους είχαν την τύχη να ακούσουν ζωντανά το ασύγκριτο ντουέτο της Πρέστι με τον Λαγκόγια, σίγουρα δεν θα τους έμενε καμιά αμφιβολία πως στο ρεπερτόριο της φιλολογίας του οργάνου, οι δυο κιθάρες δεν ήταν σύμπτωση αλλά αναγκαιότητα.

Στις μέρες μας είναι ανυπολόγιστος ο αριθμός των ντουέτων που συνεχώς ξεφυτρώνουν από κάθε γωνιά του πλανήτη. Είτε μόνιμων, είτε περιστασιακών. Και αυτό βέβαια είναι ένα ακόμη πρόβλημα που αναφύεται με τον καιρό και αξιολογείται σε βάθος χρόνου. Γιατί στο τέλος είναι ελάχιστα τα ντουέτα που κατάφεραν να αντέξουν στη φθορά του χρόνου, αφήνοντας πίσω τους μια καλλιτεχνική προσφορά.

   

Ακούγεται συχνά πως το να παίζει κανείς έργα για δυο κιθάρες είναι κομμάτι ευκολότερο από το σόλο. Θα έλεγα το αντίθετο. Μιλώντας για ένα συνδυασμό υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών, τα δυο όμοια όργανα έχουν να επιτελέσουν ένα εξαιρετικά δύσκολο λειτούργημα. Δεν είναι μόνο η υψηλή τεχνική και εκφραστική ικανότητα που πρέπει να διακρίνει τους ‘συνεταίρους’. Είναι ακόμη η ομοιογένεια του ήχου, ο συγκερασμός των φωνών, η ταύτιση αλλά και ο διαχωρισμός της ηχητικής γκάμας, είναι το αισθητικό αποτέλεσμα δυο όμοιων οργάνων που πρέπει να ακούγονται σαν ένα, είναι αν θέλετε το σχήμα μιας κιθάρας με δώδεκα χορδές. Και αυτό απαιτεί διαρκή χρόνο επαφής. Απαιτεί ατέλειωτες ώρες δοκιμών σε απλές μουσικές φράσεις, απαιτεί την ικανότητα της συνεχούς επανάληψης, της αποδοχής του λάθους εκατέρωθεν, της αμοιβαίας υποχώρησης στις προκύπτουσες διαφωνίες. Απαιτεί την αρμονία και τη συμπόρευση δυο ανθρώπων που κουβαλάνε δυο διαφορετικές προσωπικότητες, γούστα και αισθητικές. Η Αλεξάνδρα και ο Γιάννης, ο Γιάννης και η Αλεξάνδρα διαθέτουν όλα τα παραπάνω, γι’ αυτό και η αποψινή τους εμφάνιση ήταν μια πραγματική μουσική απόλαυση.

 

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, θα γράψω και κάτι αρνητικό από την εκδήλωση: το πρόγραμμα του Μεγάρου της Μουσικής Αθηνών, βγαλμένο από υπολογιστή, αντιαισθητικό και φτηνιάρικο ήταν ένα λυπηρό ξάφνιασμα για όσους έδιναν τα 4 Ευρώ τους. Διερωτώμαι αν ο Γιώργος Νταλάρας που έδινε συναυλία την ίδια ώρα στη διπλανή αίθουσα του Μεγάρου είχε παρόμοια αντιμετώπιση από πλευράς διοργάνωσης. Όλα τελικά θυσία στο βωμό του marketing. Κρίμα…

 


Ευάγγελος Ασημακόπουλος

21 Φεβρουαρίου 2008