[μουσικές αναφορές] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΙΚΕΛΗΣ, με αφορμή το ούτι…
(της Έφης Αγραφιώτη)

Δημήτρης Μικέλης,
 με αφορμή το ούτι…

Σήμερα προτείνω να σκιαγραφήσουμε ένα πρόσωπο που δικαιολογεί απόλυτα το «με αφορμή την κιθάρα»: έναν ουτίστα (και πιανίστα, αλλά αυτό ας το αφήσουμε…) από τα φρέσκα ελπιδοφόρα μέλη της οικογένειας των ελλήνων μουσικών, που εμείς οι παλιοί στηρίζουμε πάνω τους όσα ευχηθήκαμε και ονειρευτήκαμε για την «οικογένειά μας» και συχνά, βλέποντας στη στροφή… να χάνονται όλα, απογοητευτήκαμε, έστω ατυχώς. Πολλά από τα νέα παιδιά αξίζουν να καμαρώνουμε για το συνάφι μας εντέλει!
Ο Δημήτρης Μικέλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Μελέτησε Αρμονία και Ευρωπαϊκή Αντίστιξη με τον Σταμάτη Αθανάσουλα ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1998. Παράλληλα πήρε μαθήματα τζαζ πιάνου με δάσκαλο τον Γιώργο Κοντραφούρη. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρώτης γενιάς αποφοίτους του Πειραματικού Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης, έχοντας ζήσει την πιο γόνιμη ίσως φάση της λειτουργίας του σχολείου αυτού (1995).  Ευτύχησε εκεί να διδαχθεί, εκτός της δυτικής μουσικής, τη Βυζαντινή και ελληνική παραδοσιακή μουσική από καταξιωμένους ακαδημαϊκούς, όπως οι Μάριος Μαυροειδής, Γιάννης Αρβανίτης, κ.α. των οποίων η επιρροή και το πάθος έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην επιλογή της μουσικής ως επαγγέλματος και σταδιοδρομίας.
Από το 2001 ο Μικέλης έχει εντρυφήσει ως ουτίστας στην Αραβική μουσική συστηματικά κάτω από την επιρροή και επίβλεψη του διεθνούς φήμης δεξιοτέχνη και συνθέτη Simon Shaheen. Εμφανίζεται με διάφορα σύνολα αραβικής μουσικής ενώ έχει συμμετάσχει ως solo performer σε τρία φεστιβάλ για ούτι και αραβική μουσική (Ud festival at Club Passim, Boston, 2003, 2005, Brooklyn Maqam Festival, New York, 2007). Ως βιρτουόζος στο ούτι, έχει λάβει μέρος σε ηχογραφήσεις δίσκων στην Ελλάδα και στην Νέα Υόρκη, όπως "Rebirth" (2003), Zikryayat "Live at Lotus" (2006).
Το 2007 ηχογράφησε ως πιανίστας το πρώτο προσωπικό του album εναλλακτικής τζαζ με στοιχεία και του ελληνικού μουσικού ιδιώματος, με τίτλο The Mitz Jazz Quintet - "New Work". Οι συνθέσεις του δίσκου είναι δικές του, αποτυπώνουν καθαρά για πρώτη φορά το δικό του προσωπικό ύφος. Στην ηχογράφηση αυτή συμμετέχει και το νέο μεγάλο αστέρι της αμερικανικής τζαζ σκηνής, ο Γάλλο-αφρικανός κιθαρίστας της Blue Note, Lionel Loueke. O Δημήτρης Μικέλης έχει προγραμματίσει περιοδεία μέσα στο 2009 με τους Mitz Jazz Quintet  σε χώρες όπως το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ολλανδία. Η περιπλάνηση αρχίζει στα τέλη Μαίου. Δεν είναι όμως η πρώτη του. Έχει ήδη ταξιδέψει στην Ευρώπη και την Αμερική ως μέλος σχημάτων διαφορετικών μουσικών ειδών, όπως Latin, Blues, Ρεμπέτικο, Αραβική και Τούρκικη παραδοσιακή μουσική, καθώς και ύγχρονη/εναλλακτική. Αξιοσημείωτη ήταν η εμφάνισή του στην Νέα Υόρκη, στο World Music Institute με το “Romeiko Ensemble” το 2000.



Το 2003 συνόδευσε τη Σαβίνα Γιαννάτου στην περιοδεία της στις ΗΠΑ για την προώθηση του δίσκου της Terra Nostra. Στην Ελλάδα περιόδευσε μεταξύ άλλων δίπλα στους Μελίνα Κανά, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Σωκράτη Μάλαμα, Λιζέττα Καλημέρη, Πέτρο Δουρδουμπάκη, Στέλιο Βαμβακάρη, Σοφία Νοητή, ενώ τον ίδιο καιρό υπήρξε συνθέτης και μέλος του ελληνικού συγκροτήματος Occasional Dream με το οποίο πήρε μέρος σε  ethnic  jazz φεστιβάλ (Ιταλία, Τουρκία). Το CD των O.D. κυκλοφόρησε από τη Λύρα το 2001.
Το 2003 αποφοίτησε ως υπότροφος World Tour Scholarship με Bachelor Degree on Professional Music από το Berklee College of Music, Boston MA, από όπου απέσπασε ειδική βράβευση επίδοσης από το τμήμα πιάνου, ενώ το 2006 ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στη κατεύθυνση Jazz Performance από τοWilliam Paterson University, NJ. Κατά την διάρκεια των σπουδών του έχει παρακολουθήσει μαθήματα με τους Ray Santisi, Jamey Haddad, Lazlo Gardony, Eddie Tomasi, Armen Donelian, Bill Goodwin, Gary Smulian.
Σε μια άλλη του καλλιτεχνική δραστηριότητα, εμφανίστηκε ως μουσικός και ηθοποιός στην ταινία του διάσημου σκηνοθέτη του Hollywood, Jonathan Demme, Rachel Getting Married, (προβάλλεται μέσα στο 2009), με πρωταγωνιστές τις Anne Hathaway (υποψήφια για όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου) και Debra Winger. Με τον ίδιο σκηνοθέτη συνεργάστηκε και για το soundtrack του ντοκιμαντέρ Man from Plains, 2008, το οποίο κυκλοφορεί ήδη.


Mitz Jazz Quintet: ΄Mitz’s New Work΄  2008

Πανέμορφος δίσκος! Μια νέα πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση στο προσκήνιο της Jazz μουσικής σκηνής από τη Νέα Υόρκη της avant-garde και των σύγχρονων μουσικών ρευμάτων, με κεντρικό εμπνευστή και δημιουργό τον δικό μας Δημήτρη Μικέλη. Το Mitz Jazz Quintet αποτελείται από τους: Δημήτρη Μικέλη -πιάνο και συνθέσεις, Alex Terrier-σαξόφωνα, Alan Bjorklund – κορνέτα, Julien Augier – τύμπανα και Pascal Νiggenkemper –κοντραμπάσο.
Η δυναμική και ενθουσιώδης ομάδα από καλλιτέχνες με κοινή έδρα και καλλιτεχνική επίδραση τη Νέα Υόρκη εκφράζουν και αποτελούν κομμάτι της σύγχρονης τζαζ μουσικής σκηνής.
Πυρήνα του συγκροτήματος αποτελούν οι Μικέλης και Augier που γνωρίστηκαν  στο κολέγιο Berklee της Βοστώνης το 2002. Με αφετηρία τις μουσικές τους αναζητήσεις σχημάτισαν τους «Mitz». Η παρουσία του ανερχόμενου αστεριού από τη Γαλλία, επίσης απόφοιτου του Berklee, Alex Terrier, έδωσε αμέσως ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στο σχήμα. Την ομάδα συμπληρώνει ιδανικά ο αμερικανός κορνετίστας Alan Bjorklund,  ο εκφραστής της αμερικανικής τζαζ στο συγκεκριμένο κουιντέτο, ενώ ο Pascal Niggenkemper θεωρείται ένας από τους πιο ταλαντούχους νέους κοντραμπασίστες της Νέας Υόρκης. Πολυτάλαντοι και πολύπλευροι οι Mitz όταν δεν παίζουν μαζί, ακολουθούν τις σολιστικές καριέρες τους.

Ο Ήχος:  Εμπνευσμένος και ποτισμένος από τις παραδοσιακές μουσικές τις ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου, ο Δημήτρης Μικέλης επέλεξε να συνδυάσει ρυθμούς και μελωδικά σχήματα που διακρίνονται από έντονο ελληνικό χρώμα με τον πρωτοποριακό ήχο της τζαζ της Νέας Υόρκης. Δεξιοτέχνης στο ούτι, αλλά και εξαιρετικός πιανίστας, έχει διανθίσει τις συνθέσεις του με χρώματα από το γνωστό παραδοσιακό όργανο, δίνοντας το προσωπικό του στίγμα στη ευρύτερη έννοια της «εναλλακτικής τζαζ». Ο συνδυασμός αυτός είναι γοητευτικός και κάνει τις συνθέσεις προσιτές και εύληπτες τόσο στους λάτρεις του είδους όσο και στους μουσικόφιλους που προσέρχονται με διαφορετικά (ίσως πιο φολκόρ) ακούσματα. Έντονοι ρυθμοί και αναγνωρίσιμες μελωδίες ταξιδεύουν τον ακροατή σε μέρη γνώριμα αλλά και μέρη που θα ήθελε να επισκεφτεί. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το Mitz’s New Work μια πρόταση ιδανική και για τα καλοκαιρινά φεστιβάλ στην Ελλάδα.

Η πορεία: Οι Mitz από το 2005 μπαίνουν δυναμικά στις μουσικές σκηνές της Νέας Υόρκης. Εμφανίζονται σε τζαζ κλαμπ της μητρόπολης του είδους, όπως Cornerstone, Cachaca Jazz Club, Jimmy’s Restaurant, Cavehaz και Cornelia, 55 Bar, Smalls, Jazz gallery, μικρές κοιτίδες όπου γεννιούνται νέα πρωτοποριακά ρεύματα. Το 2007 έχοντας πια ένα ευρύ ρεπερτόριο πρωτότυπων συνθέσεων ηχογραφούν τον πρώτο δίσκο, που παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία στο Cachaca jazz Club στην Νέα Υόρκη τον Απρίλιο του 2008. Το υπέροχο αυτό δισκάκι κυκλοφορεί και στην Ελλάδα. Αναζητήστε το! Την διανομή του cd έχει αναλάβει στη χώρα μας η Πολιτιστική Δράση της Ε.Μ.Σ.Ε. δηλαδή της Ένωσης Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος. http://www.emse.gr/ ( http://www.emse.gr/ ) Μπορείτε να ακούσετε μέρος του δίσκου στο www.myspace.com/dimitriale ( http://www.myspace.com/dimitriale )



"Takasim"


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

O Δημήτρης Μικέλης μίλησε στο Tar, με αφορμή το cd του. Ιδού η σύντομη γεμάτη πάθος και παλμό συνέντευξη του:
1. Περίγραψέ μας τα χρόνια του Μουσικού Γυμνασίου Παλλήνης που εσύ έζησες, στην πρώτη του φάση. Ατμόσφαιρα, καθηγητές. Πώς βλέπεις τη συνέχεια σχετικά με τα μουσικά σχολεία γενικά και το συγκεκριμένο σχολείο ειδικότερα;
ΔΜ.
Τα χρόνια στο Μουσικό της Παλλήνης ήταν από τα καλύτερα της ζωής μου. Και αν θα ήθελα να ξαναζήσω μία φάση από το παρελθόν, σίγουρα θα ήταν αυτή. Το περιβάλλον ήταν κάθε άλλο παρά ένα τυπικό σχολείο μέσα στην πόλη στεγασμένο σ’ ένα ογκώδες, άχαρο κτίριο. Καταρχάς δεν είχαμε δικό μας κτίριο από την αρχή. Κάθε χρόνο ήμασταν φιλοξενούμενοι  σε κάποιο άλλο κτιριακό συγκρότημα μέχρι και την 2α ή 3η  λυκείου. Οι αίθουσες ήταν τις περισσότερες φορές προκατ και ισόγειες, έτσι, με φόντο τους αμπελώνες γύρω, μας έδιναν την αίσθηση του χωριού. Με τα πούλμαν που μας πήγαιναν στην Παλλήνη  ήταν σαν να πηγαίναμε εκδρομή κάθε μέρα! Την Άνοιξη ιδίως, πολλές φορές βγάζαμε τα όργανα και παίζαμε μουσική μέχρι να φτάσουμε. Βέβαια αυτή η αίσθηση βαθιάς ικανοποίησης μας έφευγε σύντομα όταν το πρώτο μάθημα της ημέρας ήταν Μαθηματικά ή Έκθεση... Εγώ θυμάμαι ότι ξυπνούσα γύρω στις 6π.μ. για να προλάβω το πούλμαν. Παρ’ όλα αυτά είχα μεγάλη διάθεση, μου άρεσε που ήμουν στην εξοχή και περνούσα όλη τη μέρα εκεί. Είχαμε πάντα πολλά να κάνουμε και να δούμε. Οι εκδηλώσεις και οι συναυλίες εκτός σχολείου δεν σταματoύσαν. Ερχόντουσαν επίσης καλλιτέχνες, εγχώριοι και μη, να παίξουν για μας και να κάνουμε μαζί τους εργαστήρια. Ήμασταν διαρκώς σε προετοιμασία για κάποιο γεγονός. Θυμάμαι και τα εκπαιδευτικά ταξίδια που κάναμε: Γάλλια δυο φορές, Ιταλία, Αίγυπτο, Θεσσαλονίκη. Δεν μας έλειπε τίποτα από το μαθητικό πρόγραμμα ενός ωδείου. Είχαμε χορωδίες, κλασσικές ορχήστρες, θεωρητικά ευρωπαϊκής και παραδοσιακής μουσικής, υποχρεωτικά μαθήματα - πιάνο και ταμπουρά- συν ένα ή δύο όργανα κατ’ επιλογήν. Αρκετή ύλη, αλλά ευχάριστη. Δόξα τω Θεώ τα ερεθίσματα ήταν πολλά και διαφορετικά. Το σχολειό αυτό υπήρξε εκείνη την εποχή πρωτοπόρο, πρόσφερε δημιουργική πολυμορφία και πολλαπλές κατευθύνσεις, ήταν και τρομερά ανταγωνιστικό προς τα ωδεία, που εκείνη τη περίοδο ήταν ακόμα παρείχαν σπουδές στη κλασσική μουσική παιδεία ως επί το πλείστον. Βέβαια σήμερα άλλαξαν κατά πολύ τα πράγματα, όλες σχεδόν οι ιδιωτικές σχολές μουσικής έχουν ένα τμήμα τζαζ ή παραδοσιακής μουσικής.
Τίποτα από όλα αυτά δεν θα λειτουργούσε τότε βέβαια, εάν οι ίδιοι οι καθηγητές δεν μας ενέπνεαν ώστε να μας εμφυσούν δημιουργικότητα. Υπήρχε μια εξαιρετική επιλογή καθηγητών και μουσικοδιδάσκαλων που πιστεύω ότι χάρη σε αυτούς πολλοί από εμάς, μαζί και εγώ, είναι σήμερα μουσικοί. Ακόμα, αρκετοί καθηγητές των κανονικών μαθημάτων είχαν άμεση ή έμμεση καλλιτεχνική δραστηριότητα που την αξιοποίησαν μαζί μας σε ειδικά μαθήματα επιλογής. Μαθηματικός έκανε και μάθημα φωτογραφίας. Φιλόλογος δίδασκε και λαογραφία. Δυο από τους φυσικοχημικούς μας έχανε αναλάβει το μάθημα μοντέρνας μουσικής/τζαζ. Κάναμε επίσης αρκετά εικαστικά, κάποιοι δίδαξαν σε μας μέχρι και εισαγωγικά της οργανοκατασκευής. Έχουν περάσει πάνω από 10 χρόνια. Λείπω από την Ελλάδα και δεν γνωρίζω δυστυχώς εάν πολλά από αυτά που περιγράφω ισχύουν ακόμα και σε πιο βαθμό. Χαίρομαι που υπάρχουν περισσότερα σχολεία του είδους, αλλά δεν μπορώ να πω ότι αυτά υποστηρίζονται από το κράτος αρκετά, ώστε να έχουμε φουρνιές μουσικών με γερή, ολοκληρωμένη γνώση, δεδομένων των σοβαρών ελλείψεων του κράτους σε πολλά επίπεδα. Όταν ακούω, πάντως, για κάποιο από τα νέα παιδιά, ότι προέρχεται από το δικό μου σχολειό, χαίρομαι. Και εύχομαι να παίξω κι εγώ σύντομα με αυτούς τους πιτσιρικάδες που έχουν μεγαλώσει στον ίδιο περιβάλλον με μένα. Πολύ περισσότερο θα μου άρεσε το να υπήρχε ένας οργανισμός που να διατηρεί ένα συνδεδεμένο με σχετικά media δίκτυο αποφοίτων των μουσικών γυμνασίων με σκοπό την υποστήριξη και ανάδειξη τους ανάμεσα στην μουσική κοινότητα, έτσι ώστε να μη πέφτουν δραματικά στην ατελέσφορη έρευνα για εύρεση εργασίας. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να προσφέρει προώθηση και προβολή τους σε φεστιβάλ και χώρους πολιτισμού της Ελλάδας και Ευρώπης, καταχώρηση και δημιουργία προφίλ του κάθε απόφοιτου αναρτημένο σε διαδικτυακό τόπο του οργανισμού, όπως επίσης και ενημέρωση αλλά και σύσταση σε μουσικά ιδρύματα για όσους επιθυμούν πανεπιστημιακές σπουδές στο εξωτερικό χωρίς να χάνουν χρόνο σε χαοτικές έρευνες.

2. Ας αλλάξουμε τώρα θέμα: θα ήθελα να περιγράψεις την εμπειρία σου από την Αμερική. Θετικά, αρνητικά, τάσεις και δυνατότητες στην ειδικότητά σου.
ΔΜ.
  Στην πραγματικότητα, στην Αμερική έμαθα την πειθαρχεία. Εκεί κατάφερα να συγκεντρωθώ, να στρωθώ στην μελέτη και να ασχολούμαι μόνο με τη μουσική όλη την ημέρα και χωρίς άλλες έννοιες και άσχετες ασχολίες. Ένιωσα εκεί ότι ήταν η ώρα μου να θυσιάσω τον τρόπο ζωής που είχα, τους φίλους μου, τις ατέλειωτες νυχτερινές εξόδους

και τους συστηματικούς μεσημεριανούς τρίωρους καφέδες στον ήλιο, αφού τίποτα από όλα αυτά δεν υπήρχαν εδώ που είχα έρθει και άρα το μόνο που είχα να κάνω ήταν να ανακαλύπτω και να μεγεθύνω με το καιρό τις μουσικές μου ικανότητες. Πρέπει κανείς να με πιστέψει ότι είναι τρομερό το συναίσθημα της πληρότητας και της ηθικής ικανοποίησης στο τέλος της ημέρας, μετά από 5ωρη μελέτη και ένα η δυο jam sessions αργά το βράδυ, όταν τα έχεις αφήσει όλα τα περιττά πίσω σου! Τελικά τίποτε από όσα στερείσαι δεν σε πειράζει… Η Αμερική για μένα ήταν και ένα πολύ καλό μάθημα επιβίωσης καθώς όλα αυτά που έβρισκα στην Ελλάδα έτοιμα γυρνώντας σπίτι, τώρα έπρεπε εγώ να τα φροντίσω. Ταυτόχρονα έπρεπε να μάθω να συναναστρέφομαι με ανθρώπους που είχαν διαφορετικούς κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς από τους δικούς μου. Όπως και να έχει πάντως, έριξα νερό στο κρασί μου σε αρκετά πράγματα και χαίρομαι που το έκανα γιατί αλλιώς θα βρισκόμουν σε απομόνωση ταχύτατα. Το περιβάλλον του κολλεγίου του Berklee στην Βοστώνη ήταν πολλάκις εποικοδομητικό διότι όλοι οι μαθητές-μουσικοί είχαν έρθει προερχόμενοι από όλο τον κόσμο, με ένα κοινό σκοπό. Την βελτίωση και ανάπτυξη ιδεών και σχέσεων κάτω από ένα πολύ καλά οργανωμένο μαθησιακό δεδομένο, που άσχετα από τα καλά ή κακά του στοιχεία, ο καθένας μπορούσε να φύγει στο τέλος από κει μέσα φορτωμένος με ένα σάκο γεμάτο εργαλεία απαραίτητα για το μέλλον του εάν το επιθυμούσε και συνάμα το επιδίωκε. Όλα ήταν αρκετά ρομαντικά και αποδεκτά στο διεθνές περιβάλλον του Berklee, εκεί ήταν που ένοιωσα την παγκοσμιοποίηση στα πράγματα που αφορούσαν εμένα. Τα πράγματα άλλαξαν δραματικά όταν έφτασα στο New Jersey για το μεταπτυχιακό μου και γνώρισα, ας το πούμε, τα «παρασκήνια της Αμερικής». Η λάμψη της προπαγανδισμένης αδερφοποίησης των αλλοδαπών μαθητών του εν λόγω κολλεγίου με τους αμερικανούς, τους συνηθισμένους από τους ξένους, χάθηκε απότομα από τη θαμπάδα και το μυστικισμό των αμερικανών που δύσκολα συναντούσαν στο δρόμο και συναναστρέφονταν άλλους πέραν από τους ομοεθνείς τους. Το περιβάλλον εκεί ήταν δύσκολο, με χαμηλή οικονομική δραστηριότητα και πολλές μειονότητες από μετανάστες μέχρι και με περιοχές γκέτο που συνόρευαν στην περιοχή που ζούσα για δυο χρόνια. Πάντως κατάφερα να γνωριστώ και να προσαρμοστώ έστω και λίγο πιο… αμερικανικά, πράγμα που πότε δεν θα μπορούσα να φανταστώ για τον εαυτό μου. Στα σπουδαστικά μου χρόνια ο στόχος ήταν να είμαι παρόν στο περιβάλλον του εκάστοτε σχολειού και να παίζω συνέχεια με τους μαθητές έτσι ώστε να παίξω ύστερα μαζί τους σε club.

Μετά το πέρας των σπουδών είχα ήδη χτίσει μια παρέα από συνεργάτες όπου αυτό διαρκώς αναπτύσσεται χάρη στα τακτικά jam sessions στα σπίτια των μουσικών αλλά και σε εξωτερικούς χώρους. Αυτός είναι λίγο πολύ ο τρόπος που επιβιώνεις και αναπτύσσεις δραστηριότητα ανάμεσα στην μουσική κοινότητα. Οι βασικές δραστηριότητες ενός μουσικού είναι να παίζει σε club με διάφορα σχήματα ή με το σχήμα όπου ο ίδιος είναι leader και παίζει δικές του συνθέσεις, να κάνει περιοδείες σε άλλες πολιτείες, να ηχογραφεί, να διδάσκει.

Εγώ έχω συνιδρύσει με έναν συμμαθητή μου ντράμερ από το Berklee ένα γκρουπ που παίζουμε δικές μου συνθέσεις. Λίγο πολύ όλοι οι μουσικοί του είδους στην Αμερική γράφουν μουσική και προσπαθούν να την προωθήσουν. Καθένας γράφει με το δικό του ύφος φυσικά, αλλά υπάρχει ένας κοινός μουσικός κώδικας που δημιουργεί ένα γενικότερο ρεύμα και ο ένας αποτελεί επιρροή και έμπνευση για τον άλλον. Η Νέα Υόρκη διατηρεί αδιάκοπα αυτό τον αναβρασμό μεταξύ των μουσικών που την κάνει έτσι ελκυστική για όσους έχουν να πουν κάτι διαφορετικό.

  

3.  Τι το διαφορετικό δίνει στον μουσικό κάθε μουσικό είδος που εσύ έχεις την εμπειρία του, η αραβική, η τζαζ, η συνθετική εμπειρία, η συνεργασία με τραγουδιστές του εμπορικού είδους.

ΔΜ. Είναι νομίζω αρκετά σημαντικό προτέρημα να μπορεί ένας μουσικός να αντεπεξέρχεται γρήγορα και εύκολα όταν καλείται να αποδώσει ένα μουσικό θέμα με αρτιότητα. Είναι συνήθως αυτό που θα τον κάνει ανταγωνιστικό και αξιοπρόσεκτο. Αυτό που χρειάζεται για να πετύχει  ένας κάτι τέτοιο είναι η συστηματική μελέτη και η καλή συγκέντρωση επί αρκετές ώρες, δηλαδή μελετώντας. Φυσικά σε όποια μουσική και να είσαι ταγμένος απαιτείται πολύ μελέτη. Απλά, θεωρώ ότι μελετώντας τζαζ μουσική, με τον καιρό άρχισα να αυτοματοποιώ κάποιες λειτουργίες στο παίξιμο μου και να αναγνωρίζω και να καταγράφω πληροφορίες γρηγορότερα όταν ακούω κάποιο μουσικό μοτίβο ή θέμα από κάποιον που δεν έχει μελετήσει τζαζ. Το καλό με αυτή τη μουσική είναι ότι έχει πλούσια αρμονία μιας και οι καλλιτέχνες της τζαζ που εμείς οι νεότεροι μελετάμε έχουν άμεσα επηρεαστεί και χρησιμοποιήσει στη μουσική τους ακούσματα από κλασικούς συνθέτες όπως Debussy, Bartok, Stravinsky και πολλούς άλλους οι οποίοι χρησιμοποίησαν αρμονικά συστήματα που παρέχουν ανεξάντλητες επιλογές. Συνεπώς, οι μαθητές της τζαζ συναντάμε όλα αυτά τα στοιχεία μπροστά μας, απλά με διαφορετικό τρόπο. Το καλό είναι ότι όλα αυτά περνούν στον αυτοσχεδιασμό και σε συνδυασμό με τους πολλές φόρες γρήγορους ρυθμούς της εν λόγω μουσικής, το μυαλό των τζαζ μουσικών εξασκείται στη ταχεία αναπαραγωγή ιδεών και την εφευρετικότητα «επί τόπου». Όλα αυτά για να επιτευχθούν απαιτείται πολύς χρόνος. Επαναλήψεις,  ακροάσεις,  καταγραφές των σχετικών ακουσμάτων με σκοπό την ανάλυση και ερμηνεία τους σε συστηματική βάση ώστε να γίνεται εγκεφαλική εμφύτευση και να αυτοματοποιείται η επεξεργασία του κάθε μουσικού στοιχείου όταν χρειάζεται. Κατά συνέπεια, ο μουσικός που ακολουθεί αυτή την τακτική καταφέρνει να γίνει απόλυτος γνώστης και χειριστής του οργάνου του.

Η αραβική, όπως και η ευρύτερη ανατολική μουσική από την άλλη πλευρά, έχει διαφορετικές αξίες. Εκεί η ομορφιά αναδύεται μέσα από μια τεράστια γκάμα μουσικών διαστημάτων άγνωστων στη δυτική πρακτική, που επανδρώνουν την εξίσου τεράστια γκάμα των μουσικών κλιμάκων της ανατολής. Οι κλίμακες αυτές δεν είναι αυτόνομες οντότητες αλλά αποτελούνται από απομόναχες τριών, τεσσάρων ή και πέντε φθόγγων. Ο αυτοσχεδιαστής  ή ο συνθέτης καλείται να επεξεργαστεί τις ιδέες του σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες και τους διαχωρισμούς έτσι ώστε αυτό που παράγει να πληρεί με σεβασμό τα χαρακτηριστικά και τις αισθητικές απαιτήσεις της συγκεκριμένης κουλτούρας, με απώτερο στόχο ο ακροατής να αισθάνεται την αγαλλίαση ότι αυτό που ακούει είναι αυτό που όντως γνωρίζει και έχει ανατραφεί με αυτό. Ο μουσικός της ανατολικής μουσικής έχει στο μυαλό του έννοιες όπως αυτήν της αφαίρεσης, όπου προσέχει να μην γίνει πληθωρικός αποφεύγοντας εκφραστικές υπερβολές. Σε αντίθεση με την φαντασμαγορία της τζαζ και την επιμονή της να προκαλεί εντύπωση και ξάφνιασμα, η ανατολική μουσική προκαλεί ένα είδος σεμνότητας, γείωσης, αυτάρκειας αλλά και συναισθηματικής ανάτασης που χαρίζει ψυχική ευφορία. Κάθε μουσικό είδος από αυτά λοιπόν έχει να προσφέρει  μοναδικά οφέλη σε έναν μουσικό ο όποιος αναζητεί ερεθίσματα με σκοπό να αναπτύξει την δικιά του ψυχοσύνθεση. Προσωπικά, αισθάνομαι πολύ τυχερός που είχα την ευκαιρία να μάθω μουσική σε ένα περιβάλλον με πολύ-πολο χαρακτήρα, καθώς τώρα διαπιστώνω πόσο χρήσιμα μου είναι όλα αυτά τα στοιχεία τα όποια και προσπαθώ να προβάλλω στην μουσική που παράγω, συνθετικά και αυτοσχεδιαστικά.

 

4. Πώς περιγράφεις την ελληνική μουσική πραγματικότητα έτσι όπως σήμερα, εκμεταλλευόμενος την απουσία σου από τη χώρα μας, την αντιλαμβάνεσαι, τι ονειρεύεσαι και τι νομίζεις ότι αποτελεί μεγάλο, δυσεπίλυτο ίσως πρόβλημα για να λειτουργήσει δυναμικά και εποικοδομητικά η μουσική ως τέχνη και ως ψυχαγωγία στην ελληνική κοινωνία;
ΔΜ. 
Τι να πω! Λείπω αρκετά χρόνια στο εξωτερικό έτσι ώστε να μπορώ να μαντέψω αλλά όχι να υποστηρίξω με επιχειρήματα τα όσα αφορούν την μουσική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Η μουσική που μου αρέσει εμένα χωρίς να θέλω να την καταχωρήσω καν σε κάποιο απόλυτο στυλ είναι ως επί το πλείστον αυτοσχεδιαστική ή τουλάχιστον οργανική. Φυσικά, δεν θέλω να απορρίψω το τραγούδι, αλλά ενοχλούμαι τρομερά όταν η προσοχή του κοινού είναι σχεδόν αποκλειστικά πάνω στους τραγουδιστές, λες και οι μουσικοί που τους αναδεικνύουν απλά «υπηρετούν» κάτι δευτερευόντως, διατηρώντας έναν υποδεέστερο ρόλο.

Το κοινό στην Ελλάδα είναι μαθημένο να ακούει και να μιλάει μόνο για τραγουδιστές. Μοναχά οι μουσικοί μεταξύ τους συζητούν για νέους μουσικούς που εμφανίζονται στον χώρο. Πιστεύω ότι η κύρια δύναμη επιρροής των ακροατών είναι οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες, όπου αυτές αποφασίζουν με στυγνό τρόπο και απόλυτο κριτήριο το κέρδος, ποιος θα προβληθεί και θα προωθηθεί. Οι συνθέτες που γράφουν τραγούδια στον χώρο του έντεχνου λεγόμενου τραγουδιού για παράδειγμα, ακολουθούν  μια πεπατημένη νοοτροπία, αυτό που γράφουν είναι πολλές φορές πληκτικό και αδιάφορο είτε λόγω έλλειψης φαντασίας και ακουσμάτων είτε έλλειψης γνώσεων. Οι συνθετικές ιδέες περιορίζονται σε μια απλοϊκή σύντομη μελωδία εισαγωγής, δυο τρία κουπλέ-ρεφραίν και τέλος, οι ενορχηστρωτικές ικανότητες των λεγόμενων τραγουδοποιών περιορίζουν περισσότερο το μουσικό ενδιαφέρον των μουσικών άρα και την ψυχική συμμετοχή τους.

Οι επίσημοι φορείς που έχουν την ευθύνη στα θέματα του πολιτισμού στην Ελλάδα μοιάζουν να είναι διακοσμητικοί και υποκριτικοί και μόνο κάτι μεμονωμένες περιπτώσεις ανθρώπων προσφέρουν την γνώση και τις ικανότητες τους αλλά δυστυχώς δεν μπορούν να εισακουστούν καθότι μονάδες, μέσα σε ένα χώρο κατειλημμένο από κυκλώματα συντελεστών του πρόχειρου και του ετοιματζίδικου. Η ελληνική κοινωνία δεν αντιδρά σε αυτό που η εγχώρια δισκογραφική βιομηχανία προτείνει και τα μέσα «διάδοσης» προβάλλουν τα ήδη δοκιμασμένα και επιτυχημένα μουσικά δρώμενα, κάνοντας έτσι και τους νέους δημιουργούς να ασφυκτιούν.
Δεν γνωρίζω να υπάρχει για παράδειγμα ούτε ένα ραδιόφωνο που να κάνει οργανωμένες σειρές εκπομπών για να προβάλλουμε την τεράστια ποικιλία της ελληνικής μουσικής από όλα τα σημεία της Ελλάδας. Ο ελληνικός χώρος περιέχει τόσα πολλά διαφορετικά είδη παραδοσιακής μουσικής στην έκταση του, που δύσκολα συναντάται αυτή η πολυμορφία σε άλλους πολιτισμούς. Θα έπρεπε να υπάρχει έστω ένας θεσμός (αν όχι μερικοί θεσμοί) ή οργανισμός στην χώρα μας εξειδικευμένος, τηλεόραση η ραδιόφωνο αντίστοιχης εμβέλειας των γνωστών τέτοιων μέσων, που να είναι αφιερωμένοι στην προβολή μουσικών που αντιπροσωπεύουν τις τοπικές κουλτούρες στην Ελλάδα, αλλά και άλλων ευρύτερων περιοχών, με περισσότερη έμφαση στην οργανική μουσική και τον αυτοσχεδιασμό, στα μοντέρνα ρεύματα και στη σύνθεση. Ο κόσμος στην Ελλάδα θα εκτιμούσε και ένα άλλο σημείο αναφοράς σχετικά με τη μουσική δημιουργία, που να αντισταθμίζει τη μονόχνοτη επιμονή των μέσων που αγνοούν και απαξιώνουν ό,τι έχει συμβεί και σε πολύ μεγάλο ποσοστό πλασάρουν ανακυκλωμένο το πρωτογενές έργο του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Θα μπορούσαν επίσης να υπάρχουν χώροι εμφανίσεων με φτηνό εισιτήριο, που συστηματικά να φιλοξενούν ξένους καλλιτέχνες ώστε οι εγχώριοι να έχουν εμπειρίες για να αναπτύξουν και να διευρύνουν τους ορίζοντες τους και τη φαντασία τους με αποτέλεσμα την άνοδο του δημιουργικού μουσικού επίπεδου. Πιστεύω ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει κατεύθυνση στις προτιμήσεις του εάν περισσότερη ποικιλία στην μουσική προβάλλεται συστηματικά από τα ραδιόφωνα, όπως κατά κόρον προβάλλεται η «κουλτούρα» του μπουζουκιού και δυστυχώς ακόμη περισσότερο η υποκουλτούρα του μπουζουκιού. Ακούγομαι σαν να ζητώ πολλά; Όμως αυτό που θα επιθυμούσα περισσότερο είναι η δημιουργία ενός δυναμικού πολιτισμικού θεσμού, όχι εμπορικού αλλά με ευγενή ανώτερο στόχο και αποστολή την ανάδειξη μιας κοινότητας που ήδη μόνη της παλεύει να πάρει θέση στην δημιουργία και την  εκπαίδευση ενός ευρύτερου ακροατηρίου. Αυτό θα συνεισφέρει στο να μη κατευθύνεται ο ακροατής-έρμαιο από κάθε μορφής εταιρίες μουσικής παραγωγής. Και τέλος, ακόμα καλύτερα, θα επιθυμούσα να υπάρχει κρατική πολιτική που να ενθαρρύνει αν όχι και να υποχρεώνει αυτές τις εταιρίες μουσικής παραγωγής να αναδεικνύουν τις κοινότητες καλλιτεχνών στην Ελλάδα εκτιμώντας την προσπάθεια και τον αγώνα τους να μην χάσουν το κουράγιο και τον ενθουσιασμό τους παραμένοντας ενεργές σε δημιουργικό πλάνο. Έτσι θα βγούμε όλοι μας ωφελημένοι, μουσικοί και ακροατήριο.


Έφη Αγραφιώτη
effie@tar.gr ( mailto:effie@tar.gr )
(Μάρτιος 2009)
Επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας