με τη δική μου ματιά: Τα Βιβλία της Κιθάρας

με τη δική μου ματιά
Τα Βιβλία της Κιθάρας

(Σκέψεις πάνω στη σειρά 12 εκπαιδευτικών βιβλίων του Ευάγγελου Ασημακόπουλου)

(πατήστε το κάθε εικονίδιο για να εμφανιστούν τα περιεχόμενα)

 

Ο Νότης Μαυρουδής μού ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για τις τελευταίες εκδόσεις μου που ολοκληρώθηκαν πρόσφατα και κυκλοφορούν με τίτλο Τα Βιβλία της Κιθάρας. Ωστόσο, πριν από το κείμενο αυτό –έτσι εκτός θέματος– θέλω πρώτα να γράψω δυο λόγια, για την επανεμφάνιση του ηλεκτρονικού –πλέον– TaR.
Βλέπετε, για μας, που πολλά χρόνια πριν είχαμε αγαπήσει και στηρίξει με όλες μας τις δυνάμεις την έκδοση του έντυπου TaR, μοιάζει κομμάτι άχαρο να μην αφιερώσουμε πρώτα απ’ όλα λίγες γραμμές σ’ αυτή την καινούργια προσπάθεια που μας ξεσήκωσε και πάλι. Εδώ πρέπει να υπενθυμίσω πως δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση το στήσιμο ενός περιοδικού, είτε γίνεται στον έντυπο είτε στον διαδικτυακό χώρο, όταν μάλιστα πίσω από την κίνηση αυτή δεν κρύβεται κανένα όφελος οικονομικό. Αντίθετα, είναι μια προσπάθεια που απαιτεί χρόνο, γνώση, φροντίδα και πάνω απ’ όλα μεράκι, αλλά και μια ικανότητα στο ζήτημα της επιλογής των συνεργατών, που, εδώ που τα λέμε, είναι από τα βασικότερα προβλήματα.
Το TaR είχε πετύχει πριν από δυο δεκαετίες να συνδυάσει κατά θαυμαστό τρόπο όλα τα παραπάνω, παρουσιάζοντας τελικά μια τριμηνιαία έκδοση εφάμιλλη αυτής των ξένων περιοδικών. Με άρθρα που τσάκιζαν κόκαλα, κριτικές, συνεντεύξεις, επιστημονικές απόψεις, ανταποκρίσεις από όλη την Ελλάδα αλλά και το εξωτερικό, παρτιτούρες κομματιών για κιθάρα, αλληλογραφία μεταξύ των αναγνωστών, ακόμα και μετακλήσεις ξένων κιθαριστών, δημιούργησε μια δυναμική που ο απόηχός της φθάνει ώς τις μέρες μας. Ενδεικτικά αναφέρω –έτσι για να μαθαίνουν οι νεότεροι– πως τη δεκαετία του ’80, μέσω του περιοδικού, είχαν δώσει ρεσιτάλ στην Αθήνα για πρώτη φορά οι: Manuel Barrueco, David Russell, Roberto Aussel, Stefano Grondona κ.ά. στην αίθουσα "Παρνασσός", που ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτη! Στις μέρες μας που τα πράγματα έχουν αλλάξει θεαματικά (δεν είμαι σίγουρος προς το καλύτερο ή το χειρότερο), το καινούργιο κάλεσμα του Νότη Μαυρουδή για την ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού, συνοδεύεται με την ευχή όλων μας για μια διεθνή επιτυχία και αναγνώριση.

* * * * * * * * * *

Kαι τώρα στο θέμα μου: Τα Βιβλία της Κιθάρας είναι μια σειρά από 12 βιβλία που εκδίδει ο Μουσικός Οίκος Φίλιππος Νάκας και αντιπροσωπεύουν ένα μεγάλο μέρος από την ύλη της κλασικής κιθάρας. Στα βιβλία αυτά βρίσκονται περισσότερα από 300 κομμάτια που γράφτηκαν ή διασκευάστηκαν για το όργανο. Οι τελευταίες σελίδες κάθε έκδοσης είναι αφιερωμένες στους συνθέτες και τα έργα τους με σύντομα σχόλια γραμμένα στα ελληνικά και αγγλικά, ενώ η αρίθμηση των βιβλίων αναλογεί στα χρόνια σπουδών της κιθάρας. Δεν υπάρχουν ασκήσεις τεχνικής ή σπουδές τεχνικής στα βιβλία. Δεν υπάρχουν ακόμη έργα γνωστών σύγχρονων συνθετών (Villa-Lobos, Torroba, Lauro, Brouwer, Dyens κ.λπ.), αφού το copyright ανήκει σε άλλους εκδοτικούς οίκους και όπως ορίζει ο νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας χρειάζονται άλλα 50 χρόνια από το θάνατο του συνθέτη για την αποδέσμευση. Ωστόσο πιστεύω πως το αναπόφευκτο κενό κάλυψε σε μεγάλο βαθμό η προσφορά των Ελλήνων συνθετών που έστειλαν αφιλοκερδώς τα έργα τους ειδικά για την έκδοση αυτή, μια προσφορά που δίνει την ευκαιρία στο σπουδαστή της κιθάρας να προσεγγίσει τα σύγχρονα ακούσματα.

Η σκέψη τώρα και η απόφασή μου να ασχοληθώ με τα Βιβλία της Κιθάρας ξεκίνησε από την ανάγκη αφενός να βρεθεί ένας τρόπος προσέλκυσης του σπουδαστή σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα και αφετέρου να μπουν σε κάποια τάξη, σε κάποια σειρά δυναμικότητας πολλά κομμάτια του οργάνου, άλλα γνωστά, άλλα δυσεύρετα, άλλα άγνωστα. Την απόφαση αυτή ενίσχυσε και η επισήμανση ότι η μέθοδος του Αιμίλιο Πουζόλ (Emilio Pujol) –η αρτιότερη και εγκυρότερη κατά την άποψή μου μέθοδος διδασκαλίας του οργάνου–, γραμμένη πριν πολλές δεκαετίες, έπαψε να είναι πια ελκυστική στους σημερινούς σπουδαστές της κιθάρας, οι περισσότεροι από τους οποίους δεν εννοούν να μελετήσουν σοβαρά το όργανο και να χτίσουν μια τεχνική πάνω σε στέρεες βάσεις. Από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα πλήθος αξιόλογων κομματιών που παρέμεναν αναξιοποίητα, αφού ήταν εντελώς άγνωστα στους δασκάλους, με αποτέλεσμα να μη φθάνουν ποτέ στα χέρια των παιδιών. Άλλες πάλι φορές, ιδίως με την ευκαιρία των εξετάσεων, διαπίστωνα ότι στη διδακτέα ύλη των γνωστών κομματιών επικρατούσε μια αταξία και μια σύγχυση ως προς τη σειρά και το επίπεδο. Αρκετοί δάσκαλοι παρουσίαζαν μαθητές που έπαιζαν έργα εντελώς άνισα μεταξύ τους, ενώ άλλοι πάλι τους έδιναν κάθε χρόνο την ίδια και την ίδια ύλη, λες και το ρεπερτόριο της κιθάρας είχε όλα κι όλα δέκα κομμάτια.
Πρέπει να παραδεχθώ ωστόσο ότι χωρίς την παρότρυνση των μαθητών μου που σήμερα διδάσκουν, δεν θα είχα αποφασίσει να ασχοληθώ με ένα τέτοιο εγχείρημα που ουσιαστικά ξεκίνησε πριν έντεκα χρόνια και ολοκληρώθηκε πρόσφατα.
Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή στο μυαλό μου κυκλοφορούσαν εκατοντάδες κομμάτια που ώς τότε ήταν αρχειοθετημένα στα συρτάρια μου, σε χειρόγραφα, φωτοτυπίες και έντυπα. Αναφέρομαι σε κομμάτια με μουσικό ενδιαφέρον, αντιπροσωπευτικά δείγματα εποχής, γραμμένα από συνθέτες που εκπροσωπούν την εξέλιξη της κιθάρας, που όμως για κάποιο ανεξήγητο λόγο παρέμεναν στο βαθύ σκοτάδι. Αναφέρομαι επίσης στα θαυμάσια έργα κορυφαίων συνθετών γραμμένα για άλλα όργανα, που θα μπορούσαν να μεταγραφούν στην κιθάρα ή είχαν ήδη διασκευαστεί με επιτυχία ή χωρίς. Αλλά από την άλλη μεριά αναφέρομαι και στο φτωχό, φτωχότατο ελληνικό ρεπερτόριο εξαιτίας της έλλειψης ενδιαφέροντος των Ελλήνων συνθετών να γράψουν για την κιθάρα, ένα όργανο τόσο δημοφιλές σ’ αυτόν τον τόπο, ένα όργανο με παράδοση αλλά και καταξιωμένους σολίστες.

Ξεκίνησα λοιπόν εντέλει μια εργασία που κι εγώ ο ίδιος δεν είχα υποψιαστεί πόσο απαιτητική, χρονοβόρα και κουραστική θα κατέληγε, αν συνυπολογίσει βέβαια κανείς την ιδιοτροπία και τη σχολαστικότητα του χαρακτήρα μου, ένα είδος αρρώστιας στην τελειομανία.
Στην αρχή με προβλημάτισε αρκετά η διαδικασία που θα χρειαζόταν να ακολουθήσω για την επιλογή της ύλης, μέσα από αυτό το πέλαγος των κομματιών, μικρών και μεγάλων, πρωτότυπων και μεταγραφών, γνωστών και άγνωστων που υπάρχουν τριγύρω μας. Πρωταρχική μου σκέψη ήταν να μην αγνοήσω τα δημοφιλή κομμάτια της κιθάρας, έστω κι αν μερικά απ’ αυτά έχουν χιλιοεκδοθεί. Η δεύτερη σκέψη μου ήταν να ξεχωρίσω από τα σχετικώς άγνωστα original έργα όσα θα είχαν μια πραγματική μουσική αξία, έτσι ώστε να συνδυασθεί η ενημέρωση με την επιμόρφωση. Ένα τρίτο ζήτημα ήταν αυτό των μεταγραφών, με τον ανυπολόγιστο αριθμό κομματιών που κυκλοφορεί στην αγορά, που μου φάνηκε και το δυσκολότερο. Το τελευταίο αλλά σημαντικό για μένα θέμα ήταν η ενίσχυση της ελληνικής μουσικής για κιθάρα με νέα έργα. Για το στόχο αυτό έκανα δεκάδες τηλεφωνήματα σε καταξιωμένους αλλά και νέους ταλαντούχους συνθέτες, εξηγώντας τους για τα βιβλία που θα εκδοθούν και για την ανάγκη να εμπλουτιστεί το φτωχό ρεπερτόριο της κιθάρας με έργα τους. Ομολογώ πως η ανταπόκριση που είχα από τους συνθέτες υπήρξε πολύ μεγάλη, όπως πολύ μεγάλη υπήρξε στο τέλος και η δική μου ικανοποίηση αφού χάρη σ’ αυτή την αθρόα συμμετοχή το όργανο απέκτησε ένα σεβαστό αριθμό έργων, κάποια από τα οποία είναι αληθινά διαμάντια.

Εδώ θέλω να ανοίξω μια παρένθεση και να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο περιεχόμενο του Βιβλίου Νο.1 που φυσιολογικά ήταν και το πρώτο από τα 12 που θα κυκλοφορούσε: πέρα από τα μελωδικά μικρά κομμάτια που θα είχαν ως στόχο να προσελκύσουν το ενδιαφέρον του αρχάριου σπουδαστή, σκέφτηκα να γράψω ένα σύντομο κείμενο για την ιστορία και την εξέλιξη της κιθάρας από την αρχαιότητα ώς τις μέρες μας, πλαισιωμένο από φωτογραφικό υλικό με τους κορυφαίους συνθέτες και εκτελεστές του οργάνου μέσα από τους αιώνες, να παραθέσω τους στοιχειώδεις κανόνες της θεωρίας της μουσικής και ακόμη να αναφέρω κάποιες βασικές αρχές για την τεχνική της κιθάρας. Ακόμα, οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου (όπως άλλωστε και όλων των υπόλοιπων βιβλίων της σειράς) να είναι αφιερωμένες σε ένα μικρό βιογραφικό των συνθετών που περιλαμβάνονται στην έκδοση και τέλος να αναφέρονται δυο λόγια για τα κομμάτια τους.
Όπως είναι φυσικό, το βιβλίο αυτό έτσι κι αλλιώς έπρεπε να παίξει το ρόλο της μεθόδου για τον αρχάριο, με προοπτική να φανεί όσο γίνεται πιο ελκυστικό, χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει από τον αρχικό του προορισμό που δεν ήταν άλλος από το να αποκτήσει ο σπουδαστής μια άρτια τεχνική πάνω σε σωστές βάσεις, καλύπτοντας συγχρόνως την ύλη της πρώτης χρονιάς χωρίς καθυστέρηση. Επιπλέον, να ενημερωθεί για τη θεωρία της μουσικής, τους συνθέτες που παίζει και ακόμη την ίδια την ιστορία του οργάνου που κρατά στα χέρια του.

Αυτά με λίγα λόγια υπήρξαν τα σχέδια αλλά και τα κίνητρα, οι σκέψεις, οι προθέσεις αν θέλετε, που με οδήγησαν στην πραγματοποίηση αυτής της έκδοσης. Θα πρέπει όμως να μην κλείσω αυτό το σημείωμα χωρίς να αναφερθώ και στην επίπονη διαδικασία που με περίμενε στη συνέχεια: έχοντας συγκεντρώσει ένα ογκωδέστατο υλικό επιλεγμένων έργων από τον 16ο αιώνα μέχρι τις μέρες μας, μπήκα στη βάσανο της ιεράρχησης, της ταξινόμησης και της σελιδοποίησης των κομματιών, της επιμέλειας, της μεταγραφής και της δακτυλοθεσίας τους, καθώς επίσης και στα βιογραφικά σημειώματα των συνθετών με τα σύντομα σχόλια για τα έργα τους που θα υπήρχαν στις τελευταίες σελίδες σε ελληνικά και αγγλικά.
Μόλις τελείωσε αυτό το στάδιο, που μου φάνηκε απίστευτα χρονοβόρο και κουραστικό, ακολούθησε ένα άλλο το ίδιο βασανιστικό, εκείνο των διορθώσεων, αμέσως μόλις ο γραφίστας έστειλε το δείγμα του πρώτου βιβλίου. Ξεκίνησε έτσι μια άλλου είδους δοκιμασία που πολλές φορές μου έδινε την αίσθηση μιας περιπέτειας που δεν θα τέλειωνε ποτέ – ένας σύγχρονος μύθος του Σισύφου: διόρθωση στη νότα που ξέφυγε, το λεγκάτο που ξεχάστηκε, την ημερομηνία γέννησης του συνθέτη που παραποιήθηκε. Δεύτερο δείγμα, πάλι ένα σχολαστικό τσεκάρισμα, νέες διορθώσεις αλλά και μια ματιά από τρίτους, για πιο σιγουριά. Τρίτο δείγμα και ξανά έλεγχος στις νότες, στις παύσεις, στα δάχτυλα, στα βιογραφικά, στη μετάφραση των αγγλικών μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια κι ακόμη μια ύστατη ματιά πριν έλθει η ώρα για το τύπωμα.

Στο τέλος αυτού του αγώνα υπάρχει, ευτυχώς θα έλεγα, η ευχέρεια της ανατύπωσης του βιβλίου (όταν εξαντληθεί η έκδοση) και η ελπίδα για το αλάνθαστο. Γιατί παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανα για ένα ολοκληρωμένο και άρτιο αποτέλεσμα, βρίσκομαι πάντα αντιμέτωπος με το ψεγάδι –σημαντικό ή όχι– που κρύβεται σε κάποιο ανύποπτο σημείο, έτσι για να μην ξεχνώ ότι το λάθος είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ανθρώπινη προσπάθεια!
Απ’  την άλλη θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθώ πως παρά τη γκρίνια, το άγχος και την ταλαιπωρία που φόρτωσα τους ανθρώπους που ασχολούνται με τις εκδόσεις μου όλο αυτό τον καιρό, ήλθε η στιγμή να νιώσω κι εγώ βαθιά μέσα μου μια ικανοποίηση ότι τούτο το έργο δεν είναι μικρό, ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει γνωστό και πιθανώς, ποιος ξέρει, μπορεί να φανεί χρήσιμο σε πολύ κόσμο. Αυτή η "Εγκυκλοπαίδεια" των 12 βιβλίων με τα 300 και πλέον έργα, θέλω να ελπίζω ότι θα συνεισφέρει με τον τρόπο της στον τομέα της μουσικής παιδείας και θα συμβάλει στο ρεπερτόριο της κιθάρας της αποκαλούμενης "κλασικής". Όπως και να 'χει πάντως το θέμα, για μένα προσωπικά υπήρξε μια σημαντική εργασία, μια ας την ονομάσουμε πνευματική κληρονομιά που αφήνω πίσω μου παράλληλα με τους μαθητές μου, τους δίσκους και τις άλλες μου εκδόσεις.

                                                        Ευάγγελος Ασημακόπουλος
lizevas@tar.gr ( mailto:lizevas@tar.gr )
http://www.evangelos-liza.com/ ( http://www.evangelos-liza.com/ )

(Σεπτέμβριος 2006)