...

Τάκης Καλογερόπουλος  (6.6.1946 – 31.10.2009):

 Προσπάθεια αποχαιρετισμού

Η «αναχώρηση» ενός αριστοκράτη & κορυφαίου της μουσικής  
(και αγαπημένου φίλου)

Στην εποχή μας η οποία χαρακτηρίζεται από την ένδεια πνευματικών ταγών με βεληνεκές ανάλογο των Ελύτη, Ξενάκη, Κουν, Χατζιδάκι, Χρήστου, Σεφέρη, Ρίτσου και Δραγατάκη, η «αναχώρηση» και αυτών των εναπομεινάντων μόνον θλίψη και απέραντο κενό προκαλεί. Αυτή η εισαγωγή είναι προσδιοριστική τού μεγέθους τής απώλειας ενός άκρως σημαντικού –και ιδιαιτέρως αγαπητού- υπηρέτη (ανιδιοτελούς όσο ζούσε, και δη στον υπερθετικό βαθμό), αλλά και αριστοκράτη - ευπατρίδη τής Τέχνης και του Πολιτισμού.

Ο λόγος για τον κορυφαίο μουσουργό-μουσικοκριτικό-μουσικολόγο Τάκη Καλογερόπουλο. «Έφυγε» από κοντά μας την 31η Οκτωβρίου τού παρελθόντος έτους, σε ηλικία 63 ετών, έπειτα από θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο στη Λευκάδα, μεταξύ Λαζαράτων και Αγίου Αλεξάνδρου (τόπος της εξοχικής κατοικίας του), αφήνοντας συντριπτικό Κενό στην αγαπημένη και υπέροχη οικογένειά του –τη χαρισματική ζωγράφο Σοφία Καλογεροπούλου και τις υπέροχες κόρες του Διώνη και Δάφνη- και φυσικά σε όλους όσους τον είχαμε γνωρίσει και αγαπήσει, όπως και ο γράφων.

Λόγια «αποχαιρετισμού» για τον αγαπημένο φίλο και συνεργάτη είναι απείρως δύσκολα να βρεθούν, ικανά ν’ αποτυπώσουν τη θλίψη και το κενό, γιατί πάντα τον αισθάνομαι κοντά μου να με καθοδηγεί με τη σοφία και επάρκεια γνώσεων για όλα όσα αφορούσαν τη Μουσική Τέχνη (την Ύψιστη όπως ευλόγως την αποκαλούσε) και όχι μόνο. Γι’ αυτό, η όποια προσπάθεια σκιαγραφήσεως του σπάνιου χαρακτήρα και ανθρωπίνου διαμετρήματός του είναι εκ προοιμίου λειψή: Άνθρωπος με ανιδιοτέλεια και αναρίθμητες αξίες, υψηλό ηθικό ανάστημα και απίστευτη διάθεση προσφοράς, ακούραστος, ακαταπόνητος, γίγας πνευματικός με οξύνοια και μοναδική ευστροφία, ευπροσήγορος, με λεπτή αίσθηση χιούμορ, πάντα σεμνός και χαμηλότονος, επίμονος και αταλάντευτος.

Λόγια αποχαιρετισμού επίσης δεν μπορούν να βρεθούν, ικανά ν’ αποτυπώσουν/περιγράψουν το κολοσσιαίο διαμέτρημα της καλλιτεχνικής προσωπικότητάς του και στις τρεις –περί την μουσική- ιδιότητες: μουσουργός, συγγραφέας/μουσικοκριτικός, μουσικολόγος. (Επίσης, υπήρξε λογοτέχνης-ποιητής). Το βασικό χαρακτηριστικό και ο άριστος συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων ήταν το πάθος, η επιμονή και η προσφορά του στην έρευνα και την ιστορική πραγματεία της Μουσικής.

Του οφείλω απείρως πολλά και είμαι τυχερός και ευτυχής για τη μακρόχρονη συνεργασία μας τόσο στο ΑΕΜΘΤ, όσο –και κυρίως - στο, τεράστιας αξίας, μοναδικό (ως προς τη θεματολογία και την ποιοτική συνισταμένη του), συγγραφικό/ερευνητικό 7τομο «Λεξικό Ελληνικής Μουσικής». Η ολοκλήρωσή του το 2002, ήταν ένα προσωπικό στοίχημα το οποίο έθεσε στον εαυτό του αμέσως μετά την ουσιαστική (λόγω καίριων παρεμβάσεων, διορθώσεων, ειδικών σημειώσεων και συμπληρώσεων), μετάφραση και επιμέλεια του «Λεξικού Μουσικής της Οξφόρδης» του M. Kennedy. Η ελληνική εκδοχή τού εν λόγω «Λεξικού» κυκλοφόρησε το 1993 από τις εκδόσεις «Γιαλλελής» σε τρεις τόμους, ενώ η κανονική έκδοση είναι σε ένα τόμο. Περιλαμβάνει  11.000 λήμματα, 5.500 μουσικούς όρους, 120.000 τίτλους έργων του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ενώ είναι πασιφανής η κοπιώδης προσπάθεια να αποδώσει στο ελληνικό φιλόμουσο κοινό ένα έργο απολύτως κατανοητό και ελκυστικό. Το πέτυχε απολύτως! Είναι ίσως η καλύτερη και πληρέστερη μετάφραση παγκοσμίως, από το σύνολο των 32 γνωστών μεταφράσεων σε ισάριθμες γλώσσες.



(Ιωάννινα 1995 στα εγκαίνια της έκθεσης για τους Έλληνες Μουσουργούς)
Διακρίνονται από αριστερά προς δεξιά
(Τάκης Καλογερόπουλος, Κωνσταντίνος Λιγνός, Θωμάς Ταμβάκος)

Αμέσως μετά ξεκίνησε η περιπέτεια του «Ελληνικού» λεξικού. Επί οκτώ έτη, χωρίς να σκεφθεί την υγεία του (με την οποία αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, έως τη θανή του), εργάσθηκε νυχθημερόν (14 με 20 ώρες), καταχωρώντας και αξιοποιώντας υλικό για τα πάντα τα αφορώντα την ελληνική μουσική (σε όλες τις εκφάνσεις της, από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας).

Ως βασικός συνεργάτης του (από το 1993) έζησα εκ τους σύνεγγυς αυτόν τον αγόγγυστο κάματο και μόχθο, συνεπαρμένος από το υψηλόφρων ιδανικό του. Ο στόχος του ήταν να καλύψει με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο, επιτυγχάνοντας, όπως και με το Λεξικό της Οξφόρδης», να καλύψει το αντίστοιχο κενό της ελληνικής βιβλιογραφίας με ένα απαραίτητο βοήθημα στους μουσικούς, τους μουσικολόγους και τους φιλόμουσους.

Στις 4000 σελίδες τού Λεξικού (με υπότιτλο: «Από τον Ορφέα έως σήμερα») «...με αγέρωχους σημαιοφόρους τους διακεκριμένους Έλληνες μουσικούς όλων των εποχών παρελαύνει η μακραίωνη και μεγαλειώδης Μουσική Ιστορία τού Ελληνισμού» (απόσπασμα από την εισαγωγή του), αναδεικνύεται –στον υπέρτατο βαθμό- ο ξεχασμένος πρωταρχικός ρόλος τής Ελλάδας στο διαχρονικό μουσικό «γίγνεσθαι» Ανατολής και Δύσεως. Δεν είναι όμως μόνον η παράθεση των στοιχείων. Είναι η μοναδικής συγγραφικής υφής και κριτικής σκέψεως, αξιολόγηση των παρατιθεμένων στοιχείων, άνευ χρονικών περιορισμών και αισθητικών αναστολών, πρωτόγνωρη για ελληνικό λεξικό, σαφής απόδειξη της πνευματικής ποιότητας του συγγραφέα.

Το συγγραφικό τόλμημά του είχε ως αρχή τη ρήση του Δημόκριτου: «Τόλμα πράξεως αρχή, τύχη δε τέλους κυρίη»), το οποίο έφερε εις πέρας άνευ κρατικής βοήθειας ή υποστηρίξεως, οφείλει να βρει άξιους συνεχιστές (με τη αρωγή και χορηγία του ΥΠ.ΠΟ και συναφών φορέων), για τη συμπλήρωση με νέα στοιχεία και τη διόρθωση των όποιων λαθών ή παραλλείψεων. Έτσι ο αγώνας του θα δικαιωθεί πλήρως.

Στις δύο αυτές συγγραφικές εργασίες του πρέπει να προστεθεί και το σπουδαίο πόνημα με τίτλο «Κρατική Ορχήστρα Αθηνών: Προϊστορία και ιστορία» (2004), όπως και τα εκατοντάδες (τουλάχιστον 750) περισπούδαστα άρθρα και κριτικά σημειώματα (από το 1963) σε προγράμματα συναυλιών, περιοδικά, τα οποία επίσης πρέπει να συγκεντρωθούν και να εκδοθούν. Είναι και αυτό επίσης ελάχιστο χρέος τής πολιτείας αλλά και όλων μας.

(2007 στον Άγιο Αλέξανδρο Λευκάδας)

Γεννήθηκε στην Αθήνα (6 – 6 - 1946) με καταγωγή από ιστορικές οικογένειες της Ζακύνθου και της Κρήτης: o παππούς του Παναγιώτης και ο πατέρας του Διονύσιος διετέλεσαν διευθυντές της Βιβλιοθήκης της Βουλής (η οικία του εξάλλου, στην Κάντζα Αττικής, είναι ένα μικρό πνευματικό μουσείο με τεράστια βιβλιοθήκη χιλιάδων τόμων –με σπανιώτατα χειρόγραφα από τον 15ο αι.- και διακοσμημένο με τους μοναδικής πνοής αριστουργηματικούς πίνακες της συζύγου του Σοφίας).

Από μικρός ξεκίνησε μαθήματα μουσικής. Σπούδασε ανώτερα θεωρητικά και ενορχήστρωση στο Ωδείο Αθηνών με τον Κ. Κυδωνιάτη, ενοργάνωση με τον Γ. Σκλάβο και τρομπέτα με τον Ευ. Ευαγγελίου. Έκανε επίσης ιδιαίτερα μαθήματα βιολιού, πιάνου και βυζαντινής μουσικής.

Τον Δεκέμβριο του 1970, ως πρώτο δείγμα υψώσεως του αναστήματός του ως πνευματικού ανδρός, και αντιστάσεως στη χούντα και τον φασισμό, ίδρυσε και διηύθυνε τη Σ.Ο. Νέων «Παναρμόνια». Υπό την προεδρία του η Ορχήστρα εξελίχθηκε σε μαχητική Καλλιτεχνική Οργάνωση Νέων. Σε πολύ σύντομο διάστημα μαζί τους συστρατεύτηκε ο ανθός των νέων μουσικών τής Αθήνας («…που ασφυκτιούσε από την καθολική έλλειψη ενδιαφέροντος και ευκαιριών»), καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των αντιστασιακών διανοουμένων τής εποχής («…που αντιλαμβάνονταν τις επωαζόμενες φιλελεύθερες πνευματικές προοπτικές»). Το 1972 παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, μελετώντας ιδιωτικά μουσική και φιλολογία. Επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα το 1979, ασχολούμενος έκτοτε με τη σύνθεση και τη συγγραφή. Διετέλεσε (εκλεγμένος από τους μουσικούς), Αντιπρόεδρος της Καλλιτεχνικής Επιτροπής της Κ.Ο.Α. (1990-1994). Έχει τιμηθεί από τα Πανεπιστήμια Μιλάνου και Γένοβας (1993) για τις μουσικολογικές μελέτες του σε έργα ιταλικής φωνητικής μουσικής του 19ου αιώνα.

Σύμφωνα με τη μουσικολόγο Αλέκα Συμεωνίδου, το μουσικό του ιδίωμα είναι ανάλογο με αυτό του Satie: Με διάθεση χιουμοριστική, ονειροπόλα και με εμφανή στόχο τον καυτηριασμό των μουσικών αδιεξόδων. Στις ολιγάριθμες (λόγω της λεξικογραφικής τιτάνιας προσπάθειάς του), συνθέσεις του (όπου κυριαρχούν τα πνευστά), ανήκουν τα σπουδαία έργα: «Ολόκληρη νύχτα» για όμποε και ορχήστρα (1971. Αναθεώρηση: 1989), «Σκαραβαίοι, Τερακότες και Φαροφύλακες», κύκλος τραγουδιών για υψίφωνο, μεσόφωνο, βαρύτονο και ορχήστρα, σε ποίηση Ι. Γρυπάρη (1974-1976), «Τρύφων και Χρυσόφρυδη» (1976 - 78), «4 Ελληνικοί Χοροί» για 10 πνευστά (1979-80), «Debussyana» για οκτώ πνευστά (1981), «Καραγκούνα», παραλλαγές φόρμας για 9 πνευστά (1985), «Το Βόλλεϋ-μπωλ» για 10 κόρνα και 10 εκτελεστές κρουστών (1986), «Regina rosas amat», καντάτα για βαρύτονο, μεγάλη χορωδία και ορχήστρα, από τη λατινική νεκρώσιμη ακολουθία και σε ποίηση του τουμπίστα Γ. Ζουγανέλη (1987), «Το Παλιό Ωδείο» σουίτα-παρωδία για κουιντέτο ξύλινων πνευστών και πιάνο (1988). Έκανε επίσης πολλές μεταγραφές για πνευστά και συνεργάστηκε ως ενορχηστρωτής με το Συγκρότημα «Ν. Μάντζαρος». Επισημαίνουμε και την ευφάνταστη επεξεργασία-προσαρμογή «12 Ελληνικών Χορών» του Σκαλκώτα για ορχήστρα πνευστών (1985-89). Έργα του έχουν παρουσιασθεί σε Ελλάδα, Κύπρο, Μάλτα, Αυστρία, Ελβετία, Ιταλία, Γερμανία, την πρώην Σοβιετική Ένωση και τον Καναδά.

Αντίο πολυαγαπημένε Τάκη και συγχώρεσέ με για την ένδεια των λόγων

Θωμάς Ταμβάκος