ΕΡΡΙΚΟΣ ΦΡΕΖΗΣ
Πορτραίτο του διάσημου μαέστρου και συνέντευξη στην Έφη Αγραφιώτη.
(συνεντεύξεις)

ΕΡΡΙΚΟΣ ΦΡΕΖΗΣ
Πορτραίτο και Συνέντευξη

Ο σαρανταεπτάχρονος μαέστρος με τη διεθνή σταδιοδρομία είναι σήμερα Πρύτανης σπουδών στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου και διευθυντής του τμήματος Φωνητικής και Όπερας

Η σταδιοδρομία του ξεκίνησε το 1988 όταν ανέλαβε μουσικός προετοιμαστής και βοηθός μουσικού διευθυντή στο Στούντιο Όπερας στη Κρατική Όπερα Βιέννης. Το 1990 μετακινήθηκε (στη θέση του μουσικού προετοιμαστή) στη Λαϊκή Όπερα Βιέννης. Το 1992 βρέθηκε να εργάζεται ως διευθυντής ορχήστρας στην Όπερα της πόλης Ulm, το 1994 ανέλαβε διευθυντής ορχήστρας και διευθυντής μουσικών σπουδών στην όπερα της πόλης Saarbrücken. Δίδασκε παράλληλα στην εκεί Ανωτάτη Σχολή Μουσικής και στο Τμήμα Συγκριτικών Σπουδών του Πανεπιστημίου. Στην πόλη αυτή ίδρυσε το συγκρότημα σύγχρονης μουσικής PanArte, με το οποίο πραγματοποίησε πρωτοποριακές εκδηλώσεις.
Ο Ερρίκος Φρεζής διετέλεσε βοηθός διάσημων διευθυντών ορχήστρας όπως οι Leonhard Bernstein, Nikolaus Harnocourt, Donald Runnicles, Sir Georg Solti και Christoph von Dohnanyi.

Ο Ερρίκος Φρεζής (1963) από το Βόλο διετέλεσε από το 2000 μέχρι το 2003 διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας και της Όπερας του Freiburg (Γερμανία). Εκεί είχε παρουσιάσει όπερες όπως την Tosca του Puccini, τον Ιπτάμενο Ολλανδό του Wagner, τις πασίγνωστες όπερες Rigoletto, Trovatore και Macbeth του Verdi, τον Onegin του Tchaikovsky, την Carmen του Bizet, τις Tri Sestri του Eötvös, την Νυχτερίδα του Strauss. Διηύθυνε παραλλήλως πολυάριθμες συμφωνικές συναυλίες.
Είναι αδύνατο να απαριθμήσουμε αναλυτικά τα βήματα της εντυπωσιακής διαδρομής του έλληνα διευθυντή ορχήστρας, αλλά ας αναφερθούμε σε κάποιους σταθμούς της μέχρι τώρα καλλιτεχνικής δραστηριότητάς του: συναυλίες με την Συμφωνική Ορχήστρα του BBC στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, πρωτοποριακές συναυλίες με έργα των Monteverdi και Nono με το Klangforum Wien στο Konzerthaus της Βιέννης καθώς και έργα Eötvös και Scarlatti στο φεστιβάλ της Ραδιοφωνίας της Δυτικής Γερμανίας, παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας Vοyeur του Jörg Mainka στην όπερα της Στουτγάρδης, μετάδοση της παγκόσμιας πρεμιέρας της όπερας Swin swin του Tobias Schneid υπό την διεύθυνσή του από το τηλεοπτικό κανάλι 3 SAT, παγκόσμια πρεμιέρα της όπερας Viva la Vida του Μηνά Αλεξιάδη στο Φεστιβάλ της Φρανκφούρτης με το Ensemble Modern.



Μετακλήθηκε στο Teatro Massimo Bellini της Catania, στις όπερες του Μάνχαϊμ, Στουτγάρδης, Βαϊμάρης, Γκρατς, Θεσσαλονίκης και την Όπερα Δωματίου Αθηνών (της οποίας είναι και επίτιμο μέλος), στην Εθνική Λυρική Σκηνή και στις όπερες Bienne και Soleure της Ελβετίας. Ως συμφωνικός διευθυντής μετακλήθηκε για συναυλίες και ηχογραφήσεις από ορχήστρες όπως η Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, η Συμφωνική Ορχήστρα Bellini στην Catania, η Συμφωνική Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας του Saarbrücken, η Συμφωνική Ορχήστρα του Freiburg. Αποδέχτηκε προσκλήσεις συνεργασίας από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, από την Δημοτική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Orchèstre d’Harmonie de Fribourg (Ελβετία) καθώς και από τα Φεστιβάλ Ponte de Lima (Πορτογαλία), Hitzacker, Kurt Weill στο Dessau, Μενουχίν στο Gstaad, στη Biennale του Αννόβερου και στο Théâtre du Châtelet του Παρισιού.Στο Βερολίνο συνεργάστηκε στο ανέβασμα έργων κλασικού ρεπερτορίου, (Nozze di Figaro και Finta Giardiniera του Mozart), σπάνια παιζόμενων έργων (Don Giovanni του Gazzaniga, τις Σκηνές από την Ζωή του Μότσαρτ του Lortzing, Hin und Zurück του Hindemith, Down in the Valley του Weill, La Voix Humaine του Poulenc ) και σύγχρονων έργων, (Staatstheater του Kagel, Der Diktator του Krenek, Abstrakte Oper του Blacher). Διηύθυνε πολυάριθμες συναυλίες με έργα κλασικών και σύγχρονων συνθετών, όπως των Alban Berg, Luigi Nono, Matthias Spahlinger, John Cage και Hans Wütrich. Ο Ερρίκος Φρεζής είναι σήμερα τακτικός καθηγητής και διευθυντής του τμήματος Όπερας στο Πανεπιστήμιο των Τεχνών του Βερολίνου και Πρύτανης Σπουδών.

Οφείλουμε τρεις γραμμές (σε καμία περίπτωση δεν είναι αρκετές), για να σκιαγραφήσουμε την ουσιαστική συνεισφορά του Πανεπιστημίου Τεχνών του Βερολίνου στη μουσική, και όχι μόνον. Πρόκειται για ένα από τα ιστορικά παραδοσιακά πανεπιστήμια τεχνών στην Ευρώπη, υψηλού κύρους, με παράδοση αιώνων. Το είκοσι τοις εκατό των φοιτητών στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο ετησίως, δηλαδή 800 περίπου φοιτητές, είναι ξένοι. Αυτή τη στιγμή καλύπτει σαράντα περίπου τομείς εκπαίδευσης σε τέσσερις σχολές, Καλών Τεχνών, Μουσικής, Αρχιτεκτονικής και Σχεδίου (είναι δύσκολο να μεταφέρουμε στα ελληνικά επακριβώς το όνομα της σχολής αλλά το προσθέτω και με την αγγλική του αναφορά:Architecture, Media and Design, Παραστατικών Τεχνών. Στη γερμανική γλώσσα τα τμήματα αναφέρονται ως: Fakultät Bildende Kunst, Fakultät Gestaltung, Fakultät Musik, Fakultät Darstellende Kunst.


Βερολίνο, Πανεπιστήμιο Τεχνών Die Universität der Künste - Berlin

Στις αρχές Ιουλίου 2010 ο Ερρίκος Φρεζής διηύθυνε στο Βερολίνο την τρίπρακτη όπερα σε δώδεκα εικόνες του Πουλένκ Οι Διάλογοι των Καρμελιτών, μια πολυμελή, δύσκολη παράσταση, που χαιρετίστηκε με τα πιο θετικά σχόλια. Η όπερα αυτή βασίζεται σε κείμενα του Louis Émile Clément Georges Bernanos, έκανε πρεμιέρα το 1957 στη Σκάλα, με ιταλικό κείμενο του Flavio Testi και εξυψώνει συμβολιστικά τη μουσική, παρουσιάζοντας την θυσία δεκαέξι Καρμελιτισσών μοναχών, το 1792, οι οποίες τραγουδούν ακόμα και τη στιγμή που αποχαιρετούν τη ζωή πλησιάζοντας τη γκιλοτίνα, Salve Regina!...
Για κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη μας το βιβλίο: Romans suivis de Dialogues des Carmélites, Paris, Gallimard, La Pléiade, 1961.

 

Έχουμε την ευκαιρία και τη χαρά να δημοσιεύσουμε σήμερα μια πρόσφατη συνομιλία με τον διαπρεπή έλληνα μαέστρο. Συμπίπτει με την διοργάνωση ενός σημαντικότατου σεμιναρίου στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου με θέμα τη φωνητική ερμηνεία, (http://www.udk-berlin.de/sites/gesang/content/summer_school/courses/index_eng.html ( http://www.udk-berlin.de/sites/gesang/content/summer_school/courses/index_eng.html )) το οποίο διοργανώνει και στο οποίο διδάσκει μαζί με επιφανείς μουσικούς.

Το σεμινάριο πραγματοποιείται
από 15 μέχρι 24 Σεπτεμβρίου 2010.

Λογικό είναι λοιπόν να ζητήσουμε στην αρχή της συζήτησής μας λίγα περισσότερα σχετικά με το σεμινάριο αυτό:

Ε.Φ.
Το σεμινάριο του Σεπτεμβρίου είναι μια πρώτη κίνηση προς την εδραίωση ενός μεγαλύτερου θεσμού στα πλαίσια του Πανεπιστημίου. Χαρακτηριστικό του φετινού σεμιναρίου είναι το ότι ενώ απευθύνεται σε τραγουδιστές, από τους 4 καθηγητές κανένας δεν είναι τραγουδιστής. Ο Eric Schneider είναι ένας παγκοσμίου φήμης συνοδός Lied, δηλαδή κλασσικού τραγουδιού, όπως και ο Manuel Lange. Ο Sebastian Stoermer ήταν διευθυντής σπουδών στην όπερα του Παρισιού και της Κωμικής Όπερας του Βερολίνου πριν τον κερδίσουμε εμείς ως καθηγητή. Και βέβαια διδάσκω κι εγώ. Θέλω να σημειώσω ότι ο κάθε καθηγητής του σεμιναρίου έχει διαλέξει ένα θέμα που ήθελε ο ίδιος. Πρόκειται για σεμινάρια ερμηνείας κι απευθύνονται όχι μόνο σε τραγουδιστές αλλά και σε πιανίστες και διευθυντές ορχήστρας που θέλουν να κερδίσουν εμπειρίες. Σκοπεύουμε τα σεμινάρια αυτά να γίνονται κάθε καλοκαίρι. Σκοπό έχουν να ανοίξουν καινούργιους ορίζοντες σε άτομα που παρακολουθούν σεμινάρια διάσημων τραγουδιστών και ξοδεύoντας πολλά χρήματα μαθαίνουν να μιμούνται. Δεν θα φτάσουν ποτέ όμως τους δασκάλους τους. Είναι τα μοναδικά σεμινάρια που δίνω προς το παρόν, επειδή η διάρκεια συνήθως είναι τόσο μικρή που δεν μπορεί κανείς να έχει πραγματικά αποτελέσματα. Πιστεύω όμως ότι μπορούν οι σπουδαστές να γνωρίσουν κι άλλα άτομα στην ίδια κατάσταση με αυτούς αλλά και  να δούν το τι σημαίνει Ανώτατη Σχολή Μουσικής και στο Βερολίνο. Είναι μια εμπειρία που ίσως καταφέρει να σώσει ορισμένα από τα ταλέντα της Ελλάδας, ανοίγοντας μια πόρτα πρός ένα πεδίο στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν.

Ε.Α. Μαέστρο, επιτρέψτε μου να θέσω μια ίσως απρόσμενη ερώτηση. Ακούγεται στην Αθήνα -και το μεταφέρω όπως ακριβώς λέγεται- ότι καταφέρατε ανακαλύπτοντας ένα «κενό» στο γερμανικό νόμο που διέπει τα ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα, να αναγνωριστούν τίτλοι σπουδών και πτυχία Ελλήνων διπλωματούχων λυρικών τραγουδιστών. Επιτροπή καθηγητών, ως εμπειρογνώμονες, αξιολογούν τους νεαρούς καλλιτέχνες επιτρέποντάς τους μεταπτυχιακές ή άλλες σπουδές. Η χώρα μας όμως δεν έχει αναγνωρισμένη ανώτατη μουσική εκπαίδευση, κάτι που δημιουργεί περίεργο σκηνικό και σουρεαλιστικές συνθήκες στο να επιδιώξουν και να επιτύχουν τα νέα μας ταλέντα αναγνώριση σπουδών από ανώτατα ιδρύματα στο εξωτερικό. Αυτό κάνει το συγκεκριμένο θέμα να χρήζει δικής σας επεξήγησης, για να μάθουμε από πρώτο χέρι περί τίνος πρόκειται, τι έχετε επακριβώς καταφέρει στο θέμα αυτό.

Ε.Φ. Δεν πρόκειται για κενό αλλά για μια δυνατότητα που δίνει ο νόμος εφόσον πρόκειται για Ανωτάτη Σχολή Τέχνης. Προϋποθέτει μια ειδική επιτροπή εμπειρογνωμόνων και τη θέληση της σχολής αυτής. Ομολογώ ότι μέσα στην…απελπισία μου ως προς την ελληνική πραγματικότητα, που κι εσείς περιγράφετε, εξερεύνησα με επιμονή τη νομοθεσία. ‘Όσα νέα παιδιά λοιπόν έρχονται από την Ελλάδα στο Πανεπιστήμιό μας, για να σπουδάσουν κλασικό τραγούδι, με προϋπόθεση ότι κατέχουν ελληνικό δίπλωμα, εάν περάσουν από εισαγωγικές εξετάσεις σε μας, μπορούν να σπουδάσουν κατευθείαν στο Master, εφόσον η επιτροπή κρίνει το επίπεδό τους σαν αρμόζον, διαφορετικά πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, έχοντας όμως τη δυνατότητα να τους αναγνωριστούν κάποια συγκεκριμένα μαθήματα. Δεν σημαίνει ότι αναγνωρίζονται τυπικά οι ελληνικές σπουδές αλλά η επιτροπή μας δέχεται μια αναλογία ως προς τις προ-σπουδές στο συγκεκριμένο αντικείμενο. Επίσης δε σημαίνει ότι αυτό ισχύει αυτόματα και για άλλες σχολές του ιδίου Πανεπιστημίου, όπου υπάρχουν άλλες επιτροπές, ούτε και για άλλες Ανώτατες Σχολές.

Ε.Α. Θα ήθελα να μας περιγράψετε τι σημαίνει πρακτικά «Πρύτανης σπουδών» σήμερα στο Βερολίνο και ποιες είναι οι σημαντικότερες εμπειρίες σας από θέσεως διευθυντή φωνητικής και όπερας;

Ε.Φ. Το Πανεπιστήμιο Τεχνών ενώνει όλες τις Ανώτατες Σχολές Τεχνών του τέως Δυτικού Βερολίνου. Η Σχολή Παραστατικών Τεχνών  της οποίας είμαι πρύτανης σπουδών περιλαμβάνει τη Σχολή Φωνητικής και Όπερας, της οποίας είμαι ο διευθυντής, τη Δραματική Σχολή που βγάζει ηθοποιούς, τη Σχολή Μιούζικαλ, τη Σχολή Σκηνογραφίας, τη Σχολή Ενδυματολογίας, τη Σχολή Θεατρικής Παιδαγωγικής, τη Σχολή Σκηνικής Συγγραφής και τη Σχολή Χορού και Χορογραφίας. Κάθε μία από τις σχολές αυτές έχει ένα άτομο που τη διευθύνει, αλλά όλα τα θέματα σπουδών πρέπει να επικυρωθούν από εμένα. Με αυτή την έννοια περνάνε τα πάντα από το χέρι μου. Και βέβαια να προσθέσετε ότι υπό την ευθύνη μου έχω τη διαχείριση του δικού μας Θεάτρου και Όπερας, όπου παρουσιάζουμε τακτικά παραστάσεις, όπως και όλα τα οικονομικά και οργανωτικά ζητήματα του τμήματος. Η θέση μου ως διευθυντή του τμήματος φωνητικής και όπερας σημαίνει ότι κάθε λεπτομέρεια σχετική με το τμήμα αυτό, κάθε προγραμματισμός, οτιδήποτε οργανωτικό, κάθε πρόβλημα των σπουδαστών και καθηγητών, τα πάντα, περνάνε από τα χέρια μου. Και αυτό βέβαια όπως και τα παραπάνω που σας είπα, δεν σημαίνουν ότι διδάσκω λιγότερο ή ότι πληρώνομαι περισσότερο από συναδέλφους που δεν κάνουν τίποτε από αυτά. Στο πανεπιστήμιο είμαι τακτικός καθηγητής και μουσικός διευθυντής του τμήματος όπερας και φωνητικής. Δεν κάνω κάτι διαφορετικό απ’ ότι έκανα σαν μουσικός διευθυντής στη σταδιοδρομία μου.
Οι σπουδαστές μας μπορεί να μην είναι πάντα φωνητικά ολοκληρωμένοι αλλά αυτό το παρατηρούμε και στους επαγγελματικούς τομείς. Η μεγάλη διαφορά είναι το ότι με σωστή καθοδήγηση και με στενή συνεργασία με τους καθηγητές φωνητικής μπορεί κάποιος να οδηγήσει τους σπουδαστές να ξεπεράσουν τον ευατό τους με ένα τρόπο απρόσμενο. Όσοι νομίζουν ότι η φωνή είναι το πιο βασικό, κάνουν μεγάλο λάθος. Η ομορφιά της φωνής μαγεύει για λίγα λεπτά. Το πιο βασικό είναι ο κάτοχος της φωνής, ο άνθρωπος. 


Ιανουάριος 2010, ο έλληνας μαέστρος στην αίθουσα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου διευθύνει τη Συμφωνική ορχήστρα του Βερολίνου

Ε.Α. Υποθέτω ότι θα συμφωνήσετε ότι ενώ στην Ελλάδα διδάσκουν οι πάντες ανεξάρτητα της μουσικής τους καλλιτεχνικής εμπειρίας, στα σοβαρά σχολεία της Ευρώπης διδάσκουν σε σημαντικά υψηλό ποσοστό οι έχοντες καλλιτεχνική εμπειρία. Ασφαλώς δεν αρνούμαι ότι μέχρι ενός ορίου μπορείς να είσαι καλός δάσκαλος χωρίς καλλιτεχνική καριέρα αλλά το καλύτερο θα ήταν η συνδυασμένη εμπειρία. Αυτό το πολύ διαφορετικό ελληνικό (ας το προσδιορίσω) στάτους άραγε πόσο να επηρεάζει την επαγγελματική πορεία ενός νέου μουσικού;

Ε.Φ. Η διάγνωση και ανάλυση των προβλημάτων της χώρας μας πρέπει να έχει σκοπό την βελτίωση των συνθηκών και όχι το να κλαιγόμαστε ή να δικαιολογούμε καταστάσεις. Πρέπει να δούμε με μάτια ανοικτά την ελληνική πραγματικότητα αλλά και την ξένη. Ενώ στο εξωτερικό είναι πιο εύκολο το να κάνει κανείς μια σταδιοδρομία επί σκηνής, στην Ελλάδα είναι σχεδόν αδύνατο. Διαθέτουμε πολύ μεγάλα ταλέντα, εν μέρει μάλιστα μεγάλους μουσικούς που συστηματικά αγνοούνται στην ίδια τους τη χώρα. Μιλώ για άτομα που ζούν ακόμη και δαπρέπουν διεθνώς. Από την άλλη πλευρά δεν σημαίνει ότι ένας μεγάλος ή έστω κι απλά καλός καλλιτέχνης είναι και καλός δάσκαλος. Είναι πολύ δύσκολο το να βρεθεί συνδιασμός και των δύο ιδιοτήτων, πράγμα το οποίο επιδιώκουμε και στο Πανεπιστήμιό μας. Πάντως δε φυτρώνει τίποτα εάν κανείς δεν σπείρει. Ξεκινάμε τη συνεργασία με καινούργιους δασκάλους  προσπαθώντας να τους βοηθήσουμε να εξελιχθούν και ως παιδαγωγοί. Είναι κάτι που πρέπει να το μάθουν, ενώ οι ίδιοι μπορεί σε άλλο τομέα να είναι κορυφές. Άτομα που δεν έχουν γνωρίσει τη σκηνή δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αυτή (και οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα). Αλλά δάσκαλος δεν γίνεσαι αμέσως...
Ναι μεν στην Ελλάδα εξ αιτίας της έλλειψης πεδίου ανάπτυξης είναι πολύ επικίνδυνο, αλλά και στις σχολές του εξωτερικού υπάρχει το ίδιο ζήτημα. Πόσα άτομα πληρώνουν τα μαλλιά της κεφαλής τους (ή των γονιών τους) για να χαλάσουν τις φωνές τους στην Αγγλία και την Αμερική; Πόσοι ήρθαν στην Γερμανία για να κακοπέσουν;

Ε.Α. Θα συνιστούσατε εσείς κάποιες σχολές για να αποφύγει ένας νέος το να παρασυρθεί απλώς από «το όνομα»; Μου φαίνεται ανέφικτο. Ας το βάλουμε σε άλλη βάση: Είναι θέμα κυρίως του σπουδαστή, του δασκάλου ή της χημείας ανάμεσα στους δύο; Ή για να το πω αλλιώς, πώς να σκεφτεί ένα νέο παιδί για να αποκτήσει σωστό κριτήριο επιλογής του δασκάλου του;

Ε.Φ. Ποιές σχολές θα συνιστούσα ο ίδιος χωρίς ενδοιασμό; Δύσκολο να απαντήσω διότι έχει να κάνει και με τον κάθε σπουδαστή. Όλοι τρέχουν σαν τα πρόβατα σε όσους έβγαλαν ένα άτομο που έκανε καριέρα. Αλλά υπάρχει εγγύηση ότι θα συμβεί το ίδιο και με το άλλο άτομο; Πηγαίνουν σε μεγάλα ονόματα νομίζοντας ότι αυτό θα βοηθήσει. Ας μη λέμε ψέμματα: αυτός που θα κάνει κάτι θα το κάνει όπου κι άν είναι! Ο καθένας μας κουβαλά στους ώμους του την ατομική του μοίρα. Εμείς λοιπόν θα μπορέσουμε μόνο να βοηθήσουμε.

Ε.Α. Παρακολουθείτε ασφαλώς την ελληνική μουσική ζωή, έστω κι από μακριά. Ποιες σκέψεις κάνετε;

Ε.Φ. Θα ήθελα να δώσω πρώτα μια σύντομη εικόνα της πόλης που ζω, του Βερολίνου: αν κι έχει λιγότερο πληθυσμό από την Αθήνα, διαθέτει τρεις κρατικές όπερες και τρεις κρατικές ορχήστρες υψίστου επιπέδου. Το ότι αυτό οφείλεται και στο γεγονός του ότι η μισή πόλη ανήκε στην ανατολική κι η άλλη μισή στη δυτική Γερμανία δεν αποτελεί επιχείρημα, διότι πέρασαν ήδη πάνω από 20 χρόνια και τις κρατήσανε. Και οι αριθμοί που ανέφερα δεν περιλαμβάνουν τα κρατικά θέατρα και τις πολυάριθμες άλλες ορχήστρες και όπερες δωματίου που είναι μόνο μερικά από τα επιδοτούμενα καλλιτεχνικά σχήματα. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι το να διαβάζω το τι γίνεται στην πατρίδα μας με την κατάσταση των ορχηστρών και της Λυρικής Σκηνής, όπως και γενικά στον πολιτισμό, στην αρχή προκαλεί πόνο αλλά και οργή, αλλά σε δεύτερο στάδιο ξεκινά κανείς να σκέφτεται τι να κάνει με αυτή τη  μητέρα που λέγεται Ελλάδα και τρώει τα παιδιά της. Εχουμε καταντήσει στο να φεύγουν οι πνευματικές δυνάμεις από τη χώρα όπως επί τουρκοκρατίας. Στις κάποιες σποραδικές (πράγμα που δεν οφείλεται σε δικιά μου αδιαφορία) εμφανίσεις μου στην Ελλάδα είδα ότι δεν τρώει μόνο η μητέρα τα παιδιά της, αλλά και το ένα παιδί τρώει το άλλο. Ο χώρος είναι στενός και το Εγώ του Έλληνα παραφουσκωμένο. Η πολιτεία δεν βοηθάει καθόλου και ο λαός δεν ενδιαφέρεται για τέτοια πράγματα. Είναι τραγικό το να βλέπουμε να ρέουν τα χρήματα στο ποδόσφαιρο και στα σκυλάδικα ενώ η τέχνη στέκεται ντυμένη με τα καλά της σε μια γωνίτσα και πεθαίνει της πείνας. Φταίει το κράτος και το κράτος είμαστε εμείς οι ίδιοι, όχι οι άλλοι! Βέβαια αυτά που λέω θα τα διαβάσουν και αυτοί που προσπαθούν, που δεν σκέφτονται όπως η πλειοψηφία. Αλλά οι δολοφόνοι του Σωκράτη ζούν και χαίρουν υγείας και δύναμης.


Ε.Α. Δύσκολα θα διαφωνήσω μαζί σας…αλλά θα ήθελα να κρατήσουμε σήμερα φωτεινή τη μουσική εικόνα! Ας ανατρέξουμε στα χρόνια που συνεργαστήκατε και μαθητεύσατε κοντά σε πολύ διάσημους διευθυντές ορχήστρας. Θα παρακαλούσα να μοιραστείτε μνήμες και εμπειρίες με τους αναγνώστες μας.

Ε.Φ. Δεν έχω σταματήσει να μαθητεύω, αν και τώρα μαθητεύω κοντά στους σπουδαστές μου. Προσπάθησα να μάθω κι από τα λάθη των άλλων και χρωστάω γι αυτό πολλά σε όλα τα… άπειρα συντάγματα κακών, ανίκανων συναδέλφων. Από τους καλούς βέβαια έμαθα επίσης πολλά.  Η πρώτη μεγάλη εμπειρία ήταν ο μύθος Leonard Bernstein. Τον έζησα ως ιδιοφυή, μεγάλο μουσικό αλλά και άνθρωπο βαθειάς παρακμής. Ακολούθησε ο μεγάλος Sergiu Celibidache. Είχε μια φωτιά που έκαιγε αμέσως όποιον ερχόταν κοντά της και κανένας από τους μαθητές του των τελευταίων είκοσι ετών της ζωής του δεν κατάφερε να γίνει κάτι. Εγώ δεν ήμουν μαθητής του αλλά επί δύο χρόνια στο Μόναχο προσπαθούσα να μην αφήνω πρόβα του που να μην την παρακολουθήσω. Εκεί έμαθα ό,τι έμαθα από αυτόν. Στη Βιέννη ακολούθησε ο Claudio Abbado, μορφή σημαντική για μένα όσον αφορά το τι σημαίνει σύγχρονος μουσικός. Τον θυμάμαι πάντα με αγάπη και σεβασμό. Και μετά ο Nikolaus Harnoncourt, την εποχή που τη Φιλαρμονική της Βιέννης έπρεπε να τη δέσουν με αλυσίδες για να παίξουν μαζί του. Μαζί του έμαθα μια άλλη μουσικότητα από την φλόγα του Bernstein, την εκστατική αναλυτικότητα του Celibidache και την ευγένεια και ανθρωπισμό του Abbado. Ενώ η τεχνική του δεν μου λέει απολύτως τίποτα και η μουσική που βγάζει δεν με συγκινεί, έμαθα απ’ αυτόν πολλά για το πώς να διαβάζω το κλασικό μουσικό κείμενο. Δεν θα συνεχίσω με άλλα ονόματα από τις πολυάριθμες διασημότητες και μη, με τις οποίες είχα την τύχη να συνεργαστώ και να μάθω όσα έμαθα. Θα ήθελα όμως να προσθέσω τρία ονόματα τα οποία είναι τα πρότυπά μου και συνέχεια μαθαίνω από το έργο τους και δίνουν φως στην άγνοιά μου: Arturo Toscanini, Herbert von Karajan και Hermann Scherchen.

  
Α.Toscanini, H.von Karajan, H. Scherchen

Ε.Α. Έχετε μελετήσει, διδάξει, διευθύνει, αναλύσει, πλήθος έργων σύγχρονης αισθητικής αλλά συνεργαστήκατε και σε ανεβάσματα παλιών έργων με σημερινή «εικόνα». Πώς πλησιάζετε ένα σύγχρονο έργο και πώς το αντιμετωπίζετε πρακτικά; Υπάρχουν «απαγορεύεται και επιτρέπεται» στην καλλιτεχνική προσέγγιση;

Ε.Φ. Για μένα δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ παλαιού και σύγχρονου έργου. Ο κάθε συνθέτης έχει τις ιδιαίτερότητές του, που τις πλησιάζω όπως μας δίδαξε ο μεγάλος Κωνσταντίνος Φλώρος. Η σύνθεση είναι κάτι το ζωντανό και κάθε μελέτη, κάθε πληροφορία, κάθε εκτέλεσή μου αλλάζει την αντίληψή μου ως προς αυτή. Τα προσωπικά μου βιώματα είναι σημαντικά για τον τρόπο που αντιμετωπίζω το μουσικό κείμενο. Κάθε εικόνα είναι σημερινή, άσχετα με την ηλικία του έργου. Η μέθοδός μου είναι απλή: πρώτα μελετώ τη βιογραφία και πάνω απ΄όλα τα γράμματα του συνθέτη, διότι η γλώσσα του αποκαλύπτει τον τρόπο εκτέλεσης. Μελετώ και το τι είχε μελετήσει ο συνθέτης. Wagner χωρίς Schopenhauer και Bakunin, Mahler χωρίς Nietsche και Lippiner είναι ακατανόητοι.

Ε.Α. Μελετάτε στο πιάνο; Πώς κρίνετε αυτή τη πρακτική ευκολία των μαέστρων που μελετούν με τις ηχογραφήσεις στα αυτιά;

Ε.Φ. Προχωρώ μελετώντας την παρτιτούρα, ποτέ όμως στο πιάνο. Προσπαθώ να ακούσω την παρτιτούρα διαβάζοντάς την και μόνο στο τέλος, αφού πια την ξέρω και έχω σχηματίσει την δική μου εικόνα, ακούω μια, το πολύ δυο εκτελέσεις από τους δασκάλους μου. Η μόδα της αντιγραφής ξένων ηχογραφήσεων είναι θάνατος για τη μουσική και αυξάνει την παγκόσμια ασχετοσύνη και αποπροσωποποίηση. Ολα ίσως επιτρέπονται, μόνο ένα όχι: η άγνοια του προσώπου και του έργου που εκτελώ. Λάθη κάνω, αλλά απ΄ αυτά μαθαίνω.


Πρόβα ορχήστρας…

Ε.Α. Να κάνω μια αφοριστική ερώτηση τώρα: τι σημαίνει «Μουσική τέχνη» για σας, πόσο κοντά στο σημερινό άνθρωπο μπορεί να βρεθεί και ποια διαφορά βρίσκετε ανάμεσα στη μουσική όπως ο μέσος άνθρωπος την ορίζει και στην τέχνη της μουσικής;

Ε.Φ. Η μουσική όπως και όλες οι τέχνες δεν δέχονται καθορισμό. Για μένα είναι ένα φυσικό στοιχείο όπως ο αέρας που αναπνέουμε. Το πόσο κοντά είναι στον άνθρωπο το αποδεικνύει το γεγονός ότι δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς μουσική. Το πώς ο μέσος άνθρωπος την ορίζει είναι κάτι για το οποίο συνειδητά αδιαφορώ...

Ε.Α. Bernstein, Brahms, Bach, Bruckner, Bartok, Beethoven, Berg, Berio, Berlioz, μερικοί μόνον συνθέτες πάνω στους οποίους δουλέψατε ήδη. Συμπτωματικά τους έβαλα να υπακούουν στο γράμμα Β. Υπάρχουν άραγε κοινά στοιχεία στο μουσικό στόχο σας ανάμεσα στους ρομαντικούς, τους κλασικούς και τους σημερινούς μουσουργούς που διευθύνετε;

Ε.Φ. Τα κοινά στοιχεία έχουν να κάνουν με μένα προσωπικά. Είναι ο τρόπος που βιώνω τη μουσική που αυτοί οι μεγάλοι μουσικοί γράψανε. Δεν έχω μουσικούς στόχους εκτός από αυτούς που περιέγραψα παραπάνω. Το μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι το ότι μελετώντας τη μουσική γίνομαι πιο ανθρώπινος. Αλλά και το βίωμα αυτό είναι προσωπικό, αφού η ποιότητα του ανθρώπου και το ύψος της μουσικής δεν έχουν σχέση, όπως επίπονα μας διδάσκει η ιστορία.

Ε.Α. Γνωρίζω ότι έχετε στο παρελθόν διευθύνει Γιάννη Χρήστου, Μηνά Αλεξιάδη, ίσως και άλλους έλληνες, που εγώ να μην είμαι ενημερωμένη. Πώς εσείς κρίνετε την εξέλιξη της σύνθεσης στο σύγχρονο ελληνικό μουσικό χώρο;

Ε.Φ. Ο σύγχρονος ελληνικός χώρος είναι πληθωρικός και δεμένος με την πατρίδα μας. Αυτό δεν βοηθά καθόλου στη μουσική σκέψη όπως κατανοείται στην κεντρική Ευρώπη. Ο Έλληνας έχει άλλη παράδοση μέσα του σε σχέση με το Γερμανό ή το Γάλλο. Προσωπικά έχω μεγάλα προβλήματα στο να συμφιλιωθώ με τη σύγχρονη ελληνική δημιουργία στην Ελλάδα, ενώ βρίσκω προσέγγιση με έλληνες συνθέτες του εξωτερικού. Αυτό έχει βέβαια να κάνει με τις προσωπικές μου συνθήκες. Αυτό που λείπει στούς έλληνες συνθέτες της Ελλάδας, γενικεύοντας με ένα τρόπο ριψοκίνδυνο βέβαια, είναι η ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό τους, διότι άλλα έχουν στην καρδιά τους και άλλα γράφουν. Και κυρίως λείπουν γνώσεις και κατανόηση για την ευρωπαϊκή παράδοση, που προσπαθούν να μιμηθούν.

Αποσπάσματα παλαιότερων κριτικών
 αντί επιλόγου:

Die Fledermaus (Strauss) –
Πρεμιέρα:1Δεκεμβρίου 2000, στην Όπερα του Freiburg
- Ο ευαίσθητος τρόπος ανάγνωσης με τον οποίον αφήνει την ιδιοφϋή παρτιτούρα να αναπτυχθεί, μας δείχνει το επίπεδο του Ερρίκου Φρεζή. ‘Οπως παρατήρησε και στο σχετικό άρθρο του, ο Στράους χρησιμοποιεί τακτικά τον όρο moderato. Κι έτσι και το καταφέρνει: ποτέ δεν καλύπτει την ευγένεια ήχου, το χιούμορ, την λεπτότητα με επιφανειακά εφφέ, την διευθύνει σαν μουσική δωματίου. Ο Φρεζής προτιμά τους σιγανούς ήχους και μας αποκαλύπτει την τέχνη της μετάβασης στην μουσική.
(H. W. Koch, συνεργάτης του  Opernwelt στην εφημερίδα Badische Zeitung του Freiburg, 4.12.2000).

Τri Sestri (Eötvös)
25 Αυγούστου 2001 στο Edinburgh Festival
- Από τις καλύτερες παραγωγές όπερας της χώρας. Μεγάλη επιτυχία, δυστυχώς παρουσιάστηκε μόνον σε μορφή κοντσέρτου
(The Times, 26.08.01)
- Ο Ερρίκος Φρεζής διηύθυνε την συμφωνική ορχήστρα του BBC σε μια αυθεντική ερμηνεία
(Sunday Times, 2.9.2001)
Αυτή ήταν μια καταπληκτική ερμηνεία
(The Guardian, 27.08.01)

Νίνο Ρότα: Ο Αλλαντίν και το μαγικό λυχνάρι
στην Εθνική Λυρική Σκηνή
Τις υψηλές επιδόσεις του αρχιμουσικού Ερρίκου Φρεζή είχαμε διαπιστώσει τον Φεβρουάριο, όταν τον ακούσαμε στην Θεσσαλονίκη να διευθύνει “Οιδίποδα Τύραννο” και “Παλιάτσους” του Λεονκαβάλο υπό δύσκολες συνθήκες αλλά με επιτυχία. Αντίστοιχα, πέτυχε και τώρα έχοντας απέναντί του την σαφώς ικανή, αυτοσχέδια ορχήστρα της Οπερας Δωματίου Αθηνών. Ακριβής, σβέλτη, με σωστή αίσθηση την δυνατοτήτων των συνεργατών που είχε στην διάθεσή του, η διεύθυνσή του πέτυχε το αρτιότερο δυνατό αποτέλεσμα! Περιττεύει να προσθέσουμε ότι η συχνότερη συνεισφορά του στην εγχώρια μουσική ζωή – και, βέβαια, σε τακτικές παραγωγές βασικών θεσμών (ΕΛΣ, ΟΜΜΑ, ΚΟΑ) - μόνο ως κέρδος θα λογιζόταν
(Γ. Σβώλος, Ελευθεροτυπία, 7.5.2008).

Τι να πούμε; Υπάρχει άραγε επίλογος πρωτότυπος; θα καταλήξουμε σε μια χιλιο-ειπωμένη διαπίστωση: η Ελλάδα συνεχίζει να πηγαίνει καλά.. έξω!!!


Έφη Αγραφιώτη
effie.tar@gmail.com ( mailto:effie.tar@gmail.com )
(Αύγουστος 2010)

Επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας