ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ - Μια συνέντευξη-συζήτηση με τους Κώστα Γρηγορέα και Τίνα Βαρουχάκη

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ
Μια συνέντευξη-συζήτηση με τους Κώστα Γρηγορέα και Τίνα Βαρουχάκη

«Μ΄ ενδιέφερε πολύ από μικρό να παίζω με ομάδες μουσικών και συγχρόνως είχα το «μικρόβιο του ενορχηστρωτή», αλλά χωρίς να ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό (...) πάντοτε ένοιωθα ότι είμαι μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας μουσικών. Όσο σημαντική ήτανε για μένα η διδασκαλία από εμπνευσμένους καθηγητές, εξίσου σημαντική ήταν και η συνεύρεση μου με πολύ ταλαντούχους μουσικούς από τους οποίους έμαθα πολλά!»  

Η σχέση του με τη μουσική ανέκαθεν ήταν βαθιά και πηγαία: στη συνείδηση των συμμαθητών του ήταν ήδη μουσικός πριν ο ίδιος συνειδητοποιήσει ότι θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική:  θυμάται  συμμετοχή  σε σχολικές εορτές,  σε χορωδίες, αυτοσχεδιασμούς στο πιάνο κατά τη διάρκεια απαγγελίας ποιημάτων, αλλά και ότι ακόμη και στα… διαλείμματα ξέκλεβε χρόνο για να παίξει πιάνο!
Η  δασκάλα του, η κυρία  Πίτσα Σπυριδάκη, Διευθύντρια στο Ελληνικό Ωδείο της Λευκωσίας,  είχε τη διορατικότητα να προβλέψει από τα εφηβικά του χρόνια την επαγγελματική του ενασχόληση με τη μουσική και - χωρίς να του προδιαγράψει το μέλλον -  τον ενθάρρυνε να συνεχίσει σπουδές, προοπτική που έβρισκε αρωγό και τον πατέρα του, ο οποίος υπήρξε φιλόμουσος. Εκείνος, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του, δεν έβρισκε στις σκάλες και τις λοιπές ωδειακές ασκήσεις τη μαγεία της μουσικής – και δικαίως.  Όμως ήδη από  την παιδική ηλικία, αναζητούσε στο πιάνο τα δικά του μουσικά μονοπάτια, παίζοντας ατέλειωτες ώρες και επιχειρώντας αυτοσχεδιασμούς…Συνδυάζοντας αρμονικά το «πρέπει» με το «θέλω», είχε την ωριμότητα να επιμείνει και να εντάξει το πιάνο ως μόνιμο συνοδοιπόρο σε όλες τις μουσικές  του αναζητήσεις: στον ήχο της πρώτης του ντράμς που έπαιζε ως μέλος γκρούπ της εφηβικής του ηλικίας,  στον ήχο της κιθάρας που έμαθε ως αυτοδίδακτος από συμμαθητές του και φυσικά  στις εξαιρετικές σπουδές ενορχήστρωσης, σύνθεσης και μουσικής κινηματογράφου  στο “Berklee College of music”στη Βοστώνη, όπου το πιάνο ήταν το επίκεντρο, αλλά όχι το μοναδικό αντικείμενο των σπουδών του: συνυπήρχε δίπλα σε δεκάδες  μαθήματα θεωρητικής κατεύθυνσης - μια παιδεία που αποπνέει  σήμερα στο δημόσιο λόγο του.
Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου του «Ημερολόγιο ονείρων» με πραγματικά ονειρική μουσική  και ενορχήστρωση, όπου  ηχογραφήθηκε στο studio του ΜΜΑ με συμμετοχή της «Καμεράτα», αλλά και  στο Los Angeles  και  λίγες μέρες πριν την περιοδεία του στο  Βερολίνο (όπου θα δώσει σειρά συναυλιών στο πλαίσιο εορτασμών για την ανάληψη της Προεδρίας  του Συμβουλίου της  Ευρωπαϊκής Ένωσης  το β΄ εξάμηνο του 2012 από την Κύπρο), τον επισκεφτήκαμε στο studio του με τον αρχισυντάκτη του TaR Κώστα Γρηγορέα. Μας μίλησε αυθόρμητα και πηγαία,  δικαιώνοντας  την άποψη ότι οι πραγματικά αξιόλογοι άνθρωποι είναι σεμνοί.

Κ.Γ. Είστε από τους ελάχιστους συνθέτες που έχετε εξαιρετικές σπουδές στο εξωτερικό. Πώς αυτές οι σπουδές επηρέασαν την προσωπικότητα και το έργο σας;

Θυμάμαι σαν να ήτανε χθες τη χαρά μου κάθε φορά που κατέβαινα τα σκαλιά του Berklee College of Music στην Βοστώνη. Σπουδάζανε τρεις χιλιάδες μουσικοί απ΄όλο τον κόσμο και εγώ ήμουν ευτυχισμένος, γιατί παντού γύρω μου ήταν η μουσική, αλλά και οι μουσικοί!
Προσωπικά, επειδή παίζω μουσική από μικρό παιδί (και μόνος μου, αλλά και με γκρουπ), πάντοτε ένοιωθα ότι είμαι μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας μουσικών. Όσο σημαντική ήτανε για μένα η διδασκαλία από εμπνευσμένους καθηγητές, εξίσου σημαντική ήταν και η συνεύρεση μου με πολύ ταλαντούχους μουσικούς από τους οποίους έμαθα πολλά!  
Για παράδειγμα, το να βλέπεις την ίδια ύλη από διαφορετικούς καθηγητές είναι κάτι αποκαλυπτικό! Μεγάλη διαφορά! Νομίζω ότι αν δεν πήγαινα να σπουδάσω δεν θα έκανα ποτέ μαθήματα - ακόμη και για τα πράγματα που ξέρω εμπειρικά. Είδα τόσα διαφορετικά παραδείγματα διδασκαλίας και με εμπνεύσανε πραγματικά αυτοί που είχαν ένα προσωπικό τρόπο, πήγαιναν πέρα από τα βιβλία, έφτιαχναν τις δικές τους σημειώσεις….θυμάμαι ένα καθηγητή τέχνης που όταν είχε ωραίο καιρό έλεγε:  «πάμε στο μουσείο της Βοστώνης»!  …Και καθόμασταν μια ώρα απέναντι πχ από έναν Picasso ή έναν El Greco και κάναμε εκεί την ανάλυση… Αυτά τα μαθήματα ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη για μένα, τα μαθήματα τα μη μουσικά πχ ιστορία της τέχνης, ιστορία του δυτικού πολιτισμού κτλ ήταν πολύ ωραία μαθήματα - κυρίως επειδή ήμασταν φοιτητές απ΄ όλο τον κόσμο και καθηγητές πολύ ανοικτόμυαλοι που τους ενδιέφερε να σου αφήσουν κάτι προσωπικό, το δικό τους στίγμα. Αυτό νομίζω ότι με άλλαξε και μένα. Πέρασαν πέντε χρόνια μετά την επιστροφή μου για να αρχίσω να διδάσκω και συνέχεια αντλώ από αυτά τα παραδείγματα. Αυτό έμαθα εκεί: ότι μεταφέρεις μια γνώση, μια παράδοση με έναν δικό σου τρόπο και όχι μόνο ένα βιβλίο και εξετάσεις για να μου δώσουν μετά μια δουλειά.  Θα είμαι για πάντα ευγνώμων στους γονείς μου, που μου προσέφεραν τη δυνατότητα να σπουδάσω και να έχω την ευκαιρία να αφιερώσω χρόνο σε αυτό που αγαπάω. Φυσικά και εγώ έκανα τα πάντα για να τους πείσω ότι αυτό ήθελα πραγματικά και ότι θα αφοσιωνόμουν σοβαρά σε αυτό.

Τ.Β. Διάβαζα κάτι που το βρήκα πολύ ενδιαφέρον και όχι δεδομένο για έναν άνθρωπο που ασχολείται με τη μουσική:  ότι σας ενθάρρυνε το οικογενειακό σας περιβάλλον και ότι πηγαίνατε συχνά σε συναυλίες με τον πατέρα σας… 

Ο πατέρας μου ήταν λάτρης της μουσικής και εκείνη την εποχή ήταν πολύ συνηθισμένο να πηγαίνουνε σε χορούς όπου υπήρχε μια μουσική  από «bossa nova», μέχρι Χατζιδάκι… Σιγά, σιγά ο κόσμος χόρευε και  κατά τη διάρκεια της νύχτας άκουγες πολλά είδη μουσικής και ξένη και ελληνική. Αλλά εκτός από αυτό, ο πατέρας μου μάζευε δισκάκια με τέτοια μουσική - ελληνική όχι τόσο πολύ, επιλεγμένη -  και αυτά ήταν τα πρώτα μου ακούσματα. Επίσης, ο καλύτερός του φίλος, ήταν ένα παιδί που ετοιμαζόταν να γίνει σολίστ πιάνου και πήγαινε συχνά σπίτι του και τον άκουγε… Αλλά επειδή  δεν μπορούσε ο ίδιος να μάθει μουσική, του είχε μείνει «απωθημένο» να μάθουν τα παιδιά του. Και  …κατά σύμπτωση το σπίτι που μεγαλώσαμε είχε γύρω του τρεις δασκάλες πιάνου!  μια απέναντι, που ήταν η Δ/ντρια του Ελληνικού Ωδείου και μετέπειτα δασκάλα μου, μια στον από πάνω όροφο και μια δεξιά…Δεν τον ρώτησα ποτέ αν το έκανε επίτηδες…

Κ.Γ. Μιλώντας για επιρροές, ποιες θα θεωρούσατε ως  πιο ισχυρές;   

Περισσότερο νοιώθω  ευγνώμων που υπάρχουν συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Ennio Moricone… που έχει αυτή τη συνέπεια,  αυτόν τον απίστευτο όγκο έργου, σε υψηλό επίπεδο και εκεί ανακαλύπτω συνέχεια μουσική που δεν είχα ακούσει και που είναι εκπληκτική! Και στην κλασική μουσική, ο Bach. Μουσικοί επίσης μου αρέσουν, οργανοπαίχτες που έχουνε προσωπικό ήχο και στη τζαζ όπως ο Keith Jarrett,Gil Evans, Miles Davis, Chick Corea, αλλά και πιανίστες στην κλασική μουσική όπως ο  Glenn Could, ο Richter, ο Rubinstein… Παίρνουν τη σύνθεση και γίνεται κάτι άλλο, ξεχωριστό! Και αυτό με μαγνητίζει και σίγουρα με επηρεάζει. Επειδή είναι  δυνατές προσωπικότητες, σου κεντρίζουν  την επιθυμία να εκφραστείς. Εμένα αυτό τουλάχιστον με εμπνέει. Όποτε βλέπω κάποιον που «πηγαίνει το δρόμο του» με μανία, η τάση μου δεν είναι να τον ακολουθήσω, είναι να πάρω και εγώ τον δικό μου! Μου δίνει δύναμη!  Όποτε έχω κάνει πραγματικά αυτό που μ΄ αρέσει, αρέσει και στους μουσικούς και βλέπω  μια ευχαρίστηση όταν το παρουσιάζω στον κόσμο, ε, τι πιο ωραίο! Εκεί ανταμείβομαι! Έκανα αυτό που μου  αρέσει και δεν αφορά μόνο εμένα. Γιατί, κακά τα ψέματα, καμία φορά αποθαρρύνεσαι όταν είσαι κλεισμένος «στους τέσσερις τοίχους», παίζεις κάτι, σ΄ αρέσει, είναι λογικό να θέλεις να το μοιραστείς.


Από τη συναυλία του Σταύρου Λάντσια στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Τ.Β. Κλασική μουσική ακούγατε στα μαθητικά σας χρόνια; 

Την κλασική μουσική την ανακάλυψα περισσότερο σαν στοιχείο μελέτης και την εκτίμησα μετά. Έτσι άρχισα να επιστρέφω σε αυτό  πιο μεγάλος και να το βλέπω από συνθετικής πλευράς, ενώ όταν ήμουν μικρός με αποθάρρυνε, διότι περιοριζόταν  καθαρά  στο στοιχείο της εξάσκησης, ενώ εγώ ήθελα  να ευχαριστηθώ τη μουσική παίζοντας με άλλους! Μ΄ ενδιέφερε πολύ από μικρό να παίζω με ομάδες μουσικών και συγχρόνως είχα το «μικρόβιο του ενορχηστρωτή», αλλά χωρίς να ξέρω ακριβώς τι σημαίνει αυτό, δηλαδή να οργανώνω  την ενορχήστρωση. Και οι άλλοι μουσικοί με ρωτούσαν σχετικά και έτσι βρήκα το δρόμο μου…
Επίσης είχα και μια καλή δασκάλα στο πιάνο, την κυρία Πίτσα Σπυριδάκη, η οποία ήταν τότε Διευθύντρια του «Ελληνικού Ωδείου». Eίχε πει στον πατέρα μου:  «μην το αφήσετε να σταματήσει τα μαθήματα πιάνου, γιατί αισθάνομαι ότι θα γίνει μουσικός!». Εκεί, γύρω στα 15-16, που ήθελα να ασχοληθώ με το ντράμς με τον πατέρα μου κάναμε μια ιδιότυπη συμφωνία, όπου μου έβαλε έναν όρο: «θα μάθεις ντράμς, αλλά δεν θα σταματήσεις τα μαθήματα πιάνου». Μετά από δυο – τρία χρόνια όταν εγώ πήρα πιο σοβαρά τη μουσική και άρχισα να ψάχνω για σπουδές, από μόνος μου σταμάτησα τα ντράμς, τα έκρυψα και τα έβγαλα μετά από πολλά χρόνια πάλι… Ευγνωμονώ τον πατέρα μου, που είχε το ένστικτο και ήταν σε επαφή με τη δασκάλα μου (δεν μου λέγανε να γίνω μουσικός) απλώς παρακολουθούσαν και ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να με ενθαρρύνουν εφόσον έβλεπαν ότι έπαιρνα τη μουσική σοβαρά. Ο πατέρας μου, μου είπε «θες να γίνεις μουσικός;  Ωραία, αλλά θα σπουδάσεις! Θα φέρεις ένα πτυχίο, όπως εάν σπούδαζες οτιδήποτε άλλο!»

K.Γ.  Ακούγοντας για μια ακόμη φορά τη μουσική σας, παρατηρώ ξεκάθαρα πως είστε ένας μουσικός που έχει επιλέξει να εκφραστεί σε μια παγκόσμια έντεχνη γλώσσα. Πώς νιώθετε και ποια είναι η θέση σας σε μια χώρα που σε αυτόν το χώρο παραδοσιακά έχει τόσο έντονες εθνικές πολιτιστικές εμμονές;

Προσωπικά δεν έχω νιώσει πίεση να εκφραστώ με συγκεκριμένα μουσικά χρώματα. Από μικρός θαύμαζα μουσικούς που ήταν αναγνωρίσιμοι από τον ήχο και την αισθητική τους. Στόχος μου είναι να δημιουργήσω το δικό μου μουσικό σύμπαν, το οποίο να έχει φυσικά αναφορές σε ό,τι μ΄ έχει αγγίξει, αλλά να μην περιορίζεται από ταμπέλες του τύπου "σύγχρονο", "έντεχνο", "παραδοσιακό", "μοντέρνο" και η λίστα είναι ατελείωτη... Επιθυμώ ένα ακροατή έτοιμο να ακούσει και να συγκινηθεί από το πιο απρόσμενο (γι΄ αυτόν) άκουσμα.
Άλλωστε, ο Έλληνας είναι αρκετά ανοικτός. Ανεξαρτήτως τι ακούει στο αυτοκίνητο ή στο ραδιόφωνο, είναι ανοικτός στο να ακούσει… και εγώ πάντοτε είμαι αισιόδοξος. Πιστεύω ότι εάν μου δώσει κάποιος το χρόνο (και τις σωστές συνθήκες) να παίξω τη μουσική ακόμη και εάν κάποιος  έρθει χωρίς να ξέρει τι θα ακούσει, κάπου θα τον «αγγίξω»… Συχνά δεν υπάρχουν συνθήκες για τέτοια μουσική και εάν τη βάλεις background οπουδήποτε, χάνει την αξία της.

Τ.Β. ...και έχω διαβάσει σε συνέντευξή σας, ότι σας  ενοχλεί ότι επενδύουν μουσικά τηλεοπτικές εκπομπές χωρίς την άδειά σας!

Αυτό γίνεται με έναν τρόπο μάλιστα που δεν είναι καν δημιουργικός! Eάν μου λέγανε «γράψε μουσική για μια σκηνή» ε, δεν θα έπαιρνα ένα έτοιμο κομμάτι! Ακόμη και αν χρησιμοποιούσα μια έτοιμη  μελωδία, θα έκανα μια διαφορετική ενορχήστρωση, ανάλογα με τη σκηνή. Περισσότερο με ενοχλεί που γίνεται έτσι «στο πόδι»! Θα μπορούσε, όχι μόνο εγώ, ένας οποιοσδήποτε συνθέτης να γράφει μουσική γι΄ αυτές τις σκηνές. Αυτός είναι ο σωστός τρόπος… Στο πιο φθηνό αμερικάνικο σήριαλ, έχει μουσική πρωτότυπη  ή έστω παίρνουν άδεια! Όλη αυτή η κατάσταση, υποβιβάζει νομίζω  τη μουσική.

Κ. Γ. Δημιουργός, αλλά και αντίστοιχων προδιαγραφών εκτελεστής! Νιώθετε ότι αυτοί οι δυο ρόλοι συνυπάρχουν αρμονικά, ή ότι ο ένας από τους δυο έχει την τάση να υπερισχύσει;

Φιλοδοξώ οι δύο μου ρόλοι να λειτουργούν σαν ξεχωριστά στοιχεία που η μίξη τους να δημιουργεί κάτι καινούργιο-ομοιογενές. Παράδειγμα: όταν αυτοσχεδιάζω ο "συνθέτης" μέσα μου διαμορφώνει τις φράσεις μου, ώστε να είναι πιο ουσιαστικές και μελωδικές. Δεν αφήνει τα δάκτυλα να παρασυρθούν σε μια επίδειξη και μόνο των τεχνικών ικανοτήτων του "εκτελεστή". Αντίστοιχα, την ώρα της σύνθεσης, ο "εκτελεστής" μέσα μου, με την ελευθερία που του δίνει η ικανότητα στο μουσικό όργανο, ξεφεύγει προσωρινά από τους κανόνες και την φόρμα και δίνει λύσεις βάσει ενός ενστίκτου που έχω μάθει να εμπιστεύομαι. Συνήθως ξεκινάω από το πιάνο αυτοσχεδιάζοντας, όσο περνάει η ώρα κατασταλάζω σε κάποιες ιδέες που μου αρέσουν και παθαίνω μια δημιουργική εμμονή με αυτές. Τότε επιστρατεύω τις γνώσεις μου δουλεύοντας στην ενορχήστρωση-φόρμα και όταν θεωρώ ότι έχω μια υποψήφια τελική μορφή, επιστρέφω στο πιάνο σαν ένας μουσικός που παίζει το έργο για πρώτη φορά. Οτιδήποτε μου "κλωτσάει" στην ροή, ή δεν με πείθει, το αφαιρώ και αφήνω μόνο τα ουσιαστικά. Σημαντικό για μένα είναι να διατηρήσω στην τελική σύνθεση τον ενθουσιασμό μου για αυτήν τη πρώτη ιδέα, μουσική έμπνευση. Αυτή η διαδικασία πιστεύω γίνεται πια από μόνη της, γιατί αντανακλά τον χαρακτήρα μου και γενικά πώς λειτουργώ. Όσο αντιφατικό και εάν ακούγεται, μέσα από μια διαδικασία ελεύθερης έκφρασης ταυτόχρονα με περιορισμούς που βάζω ο ίδιος στον εαυτό μου, επιδιώκω να δώσω μορφή στις ιδέες μου.


Ο Σταύρος Λάντσιας διευθύνει την Καμεράτα κατά τη διάρκεια ηχογράφησης

Κ.ΓΜιλήστε μου για το άλμπουμ με μουσική σας που πρόσφατα κυκλοφόρησε

Σε πείσμα των καιρών, για αρκετά χρόνια φύλαγα χρήματα για να μπορέσω να πραγματοποιήσω αυτή τη μουσική παραγωγή όπως την φανταζόμουν. Εδώ θα ήθελα να τονίσω ότι η ακριβή παραγωγή από μόνη της δεν εξασφαλίζει ένα αξιόλογο αποτέλεσμα, απλά ήταν επιλογή για μένα να επενδύσω σε κάτι που  πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο. Στη συνέχεια ανακάλυψα με μεγάλη χαρά ότι αρκετός κόσμος περίμενε την τρίτη μου δισκογραφική δουλειά και με την ανταπόκριση του κατά κάποιο τρόπο δικαιώνει την προσπάθεια μου.
Eπίσης ο  Peter Erskine  είναι ένα μουσικό role model, που λένε και οι αμερικάνοι, δηλαδή  μοντέλο μουσικού επαγγελματία με προσωπικό ήχο!  Ντράμερ,  μουσικός  και συνθέτης, παίζει και πιάνο και μουσικοί απ΄ όλα τα στυλ θέλουν να τον έχουν στην μπάντα τους. Αυτή η έννοια να είσαι χρήσιμος και αισθητικά να έχεις  το ένστικτο να παίξεις αυτό που πρέπει με τη μια, είναι ένα στοιχείο που πάντοτε ήθελα να το έχω και εγώ ως μουσικός και το οποίο  ψάχνω στους συνεργάτες μου. Έτσι, αφού είχα την τύχη να τον γνωρίσω στην Ελλάδα όταν είχε έρθει για κάποια σεμινάρια στο ωδείο του Φ. Νάκα, όπου έπαιξε μαζί του ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, ένα βράδυ (που έτρωγαν μαζί) με κάλεσε ο Γιώτης Κιουρτσόγλου και πήγα. Καθώς μιλάγαμε,  κάποια στιγμή ακούγεται η μουσική μου απ΄ τα μεγάφωνα (διότι ο εστιάτορας ήτανε «φαν») και λέει ο Erskine:  “very nice food and very nice music!”  και απαντά  αμέσως ο Γιώτης ο Κιουρτσόγλου:  “αυτή είναι η μουσική του Σταύρου!”  Μετά του ζήτησα να μου κάνει ένα μάθημα ντραμς και αυτός μου πρότεινε αντί να τον πληρώσω, να τον πάω μια βόλτα στην Ακρόπολη! Έτσι περάσαμε όλη την ημέρα! Τον  ξενάγησα και το μάθημα ήταν περισσότερο μιλώντας για τη μουσική… Αργότερα,  παίξαμε και λίγο και κάτι με ρώτησε  για τους μονούς ρυθμούς… Μετά από καιρό, ο Γιώτης  Κιουρτσόγλου με παρότρυνε να επικοινωνήσω μαζί του. Μου απάντησε ότι  «όχι μόνο σε θυμάμαι, αλλά έχω γράψει για τη συνάντησή μας που μου έδειξες κάτι για τους μονούς ρυθμούς»! Τελείως «ακομπλεξάριστη» συμπεριφορά,  μ΄ αυτή την αίσθηση της συναδελφικότητας… Είναι κάτι που προσπαθώ και εγώ… άλλωστε κι εγώ μαθαίνω από τους μαθητές μου. Η συμπεριφορά του, ήταν  συναδέλφου προς συνάδελφο. Μου έστειλε  τη συνέντευξη που ανέφερε για την επίσκεψη στην Ελλάδα και τη γνωριμία μας και από τότε του πρότεινα αν ήθελε να παίξει… Και με βοήθησε πάρα πολύ, γιατί βρήκε studio, ηχολήπτη, με έφερε σε επαφή με τον μπασίστα, τον Lars Danielson…

Τ.Β. ...και  έγινε  η ηχογράφηση με έναν πολύ καλό ηχολήπτη που έχει βραβείο grammy;

Ναι, είναι έτσι η ειδικότητά του, οι ακουστικές παραγωγές τζαζ.  Βασικά αυτές οι συνεργασίες το κάνανε πολύ εύκολο, ήτανε μεν δαπανηρό, αλλά ήταν πολύ εύκολο μουσικά να γίνει  και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί ήθελα να διατηρήσω τον αυθορμητισμό μου! Καμιά φορά όταν ξεκινάς να κάνεις λίγο «μεγαλεπίβολες» παραγωγές, χάνεται ο αυθορμητισμός της στιγμής, ή του μικρού group. Έτσι ήθελα να το διατηρήσω αυτό και είχα συνεργάτες που μπορούσαν με τη μια να παίξουν, με τη μια να καταλάβουν τι πρέπει να γίνει και τεχνικά και μουσικά….Αυτό,  με άφησε και εμένα ελεύθερο να μην σκέφτομαι άλλα πράγματα και όταν έφθασε η στιγμή να παίξω πιάνο, ένοιωσα μεγάλη ασφάλεια. Παρόλο που με απασχολούσε το γεγονός ότι επειδή είχα ασχοληθεί τόσο πολύ με την παραγωγή  δεν είχα προλάβει να μελετήσω τα κομμάτια μου, πηγαίνοντας στην Αμερική (επειδή «δούλεψαν τόσο ρολόι») έπαιξα πολύ ελεύθερα και πολύ εύκολα…

Κ.Γ. Έχετε πολύ ενδιαφέρουσες ενορχηστρώσεις στα έργα σας και στον τελευταίο δίσκο συνδυάζετε και παραδοσιακά όργανα και άλλα, σαξόφωνο, κρητική λύρα, βιολοντσέλο. Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο για τα κριτήρια αυτών των επιλογών;

Συνήθως ξεκινούν από τους μουσικούς. Δηλαδή στην επαφή μου με μουσικούς υψηλού επιπέδου που μου αρέσει να παίζω μαζί τους, με εμπνέουν να γράψω μια μελωδία, η οποία θα τους αναδείξει. Για παράδειγμα, το πιο πιθανόν ήταν να μην  σκεφτόμουν να εντάξω κρητική λύρα, αν δεν έπαιζε ο Γιώργος Καλούδης, ο οποίος παίζει τσέλο και αυτή τη μελωδία αρχικά την είχα γράψει για τσέλο. Κάποια στιγμή  του λέω:  “δεν δοκιμάζεις και με τη λύρα; ” Και τελικά βγήκε τόσο ωραίο, που ενώ είχα τσέλο, κράτησα τη λύρα! Έκτοτε συνεργάστηκα και με τον Σωκράτη Σιμόπουλο, που παίζει ποντιακή λύρα.
Επομένως, αν εγώ θέλω να παίξω με κάποιον μουσικό, αρχίζω και σκέφτομαι διάφορους συνδυασμούς, κάτι που να τους δημιουργήσει ενδιαφέρον κυρίως με αισθητικά κριτήρια, όχι δεξιοτεχνικά. Έτσι φαντάζομαι το τελικό αποτέλεσμα,  πώς θα είναι κάτι το οποίο να είναι καινούργιο και όχι απλώς ένα κολάζ! Να μας κάνει  να παίξουμε διαφορετικά. Πρέπει να γίνεται η ενορχήστρωση μ΄ έναν τρόπο που να υπάρχει αλληλεπίδραση,  ώστε να δημιουργείται κάτι καινούργιο. Και σ΄ αυτό με βοηθάει πολύ  το ότι έχω  την εμπειρία και προσπαθώ να δοκιμάζω τα κομμάτια  live πριν τα ηχογραφήσω και τα ολοκληρώσω. Εμπιστεύομαι πάρα πολύ το ένστικτο του μουσικού, την πρώτη φορά που θα παίξει ένα κομμάτι και επίσης πολλές φορές σβήνω κάτι, άμα δω ότι κάτι «κλωτσάει»… Επίσης όταν παίζουμε μπροστά σε κόσμο, παίζουμε διαφορετικά. Είμαστε πιο συγκεντρωμένοι. Και εκεί κάνουμε ακόμη περισσότερο ξεκαθάρισμα του τι είναι ουσιαστικό να παίξουμε και τι όχι. Γι΄ αυτό και εγώ περισσότερο από τις πρόβες πιστεύω στις ζωντανές εμφανίσεις. …Και δεν μιλώ για το  χειροκρότημα. Περισσότερο μιλώ γι΄αυτές τις στιγμές της απόλυτης συγκέντρωσης που και αυτοί είναι στην άκρη της καρέκλας και περιμένουν τι θα γίνει και το νοιώθεις αυτό το πράγμα! …Από τη σιωπή καταλαβαίνω  αν κάνουμε κάτι που αξίζει…

Τ.Β. Στο νέο σας δίσκο έχετε δυο έργα που αποτελούν διασκευές έργων του Χατζιδάκι. Θα ήθελα να ρωτήσω εάν αισθάνεστε επιρροές από το «Χατζιδακικό» έργο.

Από μικρός δεν μπορώ να πω ότι τον είχα ξεχωρίσει,  ήξερα τα τραγούδια που ήταν πιο γνωστά. Οπότε δεν είχε φθάσει να μου δημιουργήσει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον μουσικά. Μετά όμως, όταν ήρθα εδώ - και ειδικά σε συνεργασία με την Έλλη Πασπαλά που έχουμε παίξει πάρα πολύ πιάνο φωνή και έπαιζε και η ίδια στο πιάνο τα κομμάτια του - αναγκάστηκα κατά κάποιον τρόπο να τον «ανακαλύψω»  και ν΄ ακούσω τη δισκογραφία του και  κομμάτια που δεν τα ήξερα καθόλου…Έτσι, έγινε σιγά, σιγά δάσκαλός μου, με την έννοια ότι αναγνώρισα αυτή την ιδιοφυία που ένα στοιχείο της υπάρχει σε κάθε σύνθεσή του. Και όταν κάποιος είναι τόσο καλός μουσικός, όπως και ο Piazzola,  ο Bach, ο Μ. Davis, όταν μελετάς τη μουσική τους προσπαθώντας να παίξεις σαν αυτούς, γίνεσαι καλύτερος μουσικός ο ίδιος. Τον εκτίμησα, διότι είδα ότι σιγά,  άρχισε να με επηρεάζει λόγω της αισθητικής του, της συνέπειάς του και άρχιζε να γίνεται κι αυτός ένα μοντέλο μουσικού για μένα. Δεν έπεσε ποτέ στα χέρια μου ένα cd του, ούτε ένα κομμάτι του που να μην μου αρέσει. Και αυτό είναι πολύ σπάνιο. Είναι πλέον από τους αγαπημένους μου μουσικούς και γενικά όλων των εποχών. Και πιανίστας, γιατί είχε έναν ιδιαίτερο ήχο και τρόπο που έπαιζε. Νομίζω ότι περισσότερο απ΄ όλα εκτιμώ τη συνέπεια και την εμμονή που είχε στο να ολοκληρώσει αυτό που είχε στο μυαλό του, στη φαντασία του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και είμαι σίγουρος ότι και τότε οι συνθήκες δεν ήταν οι καλύτερες. Διότι λέμε και τώρα ότι οι συνθήκες δεν είναι ιδανικές, ότι δεν πωλούνται cd΄s,  ε, φαντάζομαι ότι δεν θα ήταν και το πιο εύκολο πράγμα να κάνει αυτές τις παραγωγές! Απευθυνόταν σε μια μειοψηφία. Άσχετο αν στα χρόνια δικαιώθηκε και πλέον η μουσική του είναι βέβαιο ότι δεν θα χαθεί ποτέ. Αλλά φαντάζομαι ότι δεν πήγαινε σύμφωνα με τις μόδες  και αυτό το πράγμα  μου δίνει δύναμη! Διότι σίγουρα και αυτός θα αντλούσε μια δύναμη από αυτό το συγκεκριμένο ακροατήριο που παρακολουθούσε, οι μουσικοί που τον σέβονταν και τον υποστηρίζανε και αυτό είναι ένα πράγμα που κι εγώ επιδιώκω. Ο κόσμος που του αρέσει αυτό που κάνω και οι μουσικοί που τους αρέσει να παίζουν μαζί μου, που εκφράζονται, αυτή είναι η δύναμή μου! Έτσι μπορώ να στηριχτώ για να συνεχίσω!

Κ.Γ. Με τους εξαιρετικούς Γιώτη Κιουρτσόγλου και David Lynch εδώ και χρόνια σας απολαμβάνουμε και ως “HUMAN TOUCH”.  Μιλήστε μας λίγο για το παρελθόν και το μέλλον του γκρουπ.

Με τον David και τον Γιώτη γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια και αυτό που μας ενώνει είναι πιστεύω πάνω απ΄ όλα η συμπεριφορά μας σε ότι συμμετέχουμε. Πάντα δημιουργικοί, με πολλές συνεργασίες, αλλά ποτέ με δημοσιοϋπαλληλική διάθεση. Παρόντες στη σκηνή και στην κάθε στιγμή δημιουργίας, σεβόμενοι το όραμα των άλλων καλλιτεχνών, πάντα με διάθεση και ενθουσιασμό να συνεισφέρουμε στο τελικό αποτέλεσμα με την δική μας μουσική φωνή. Οι “Human Touch” για μένα είναι το ιδανικό μουσικό εργαστήρι όπου μπορώ να δοκιμάσω τα πάντα. Έχω την ευκαιρία να λειτουργώ σαν «πολύ-μουσικός» (πιάνο, τύμπανα, κιθάρα) και αυτό πρέπει να ομολογήσω το ευχαριστιέμαι πολύ. Έχουμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο και προσπαθούμε να υποστηρίξουμε ανά πάσα στιγμή κάθε μουσική ιδέα που θα μπορούσε να μας οδηγήσει κάπου ενδιαφέρον. Με τους συγκεκριμένους μουσικούς πράγματι νιώθω ότι κάθε συναυλία είναι διαφορετική και έχει τις δικές της ιδιαίτερες στιγμές.

Τ.Β. Ορμώμενη από το γεγονός ότι όπως αναφέρατε και πριν παίζετε  και κιθάρα και το TaR είναι ένα περιοδικό «με αφορμή την κιθάρα», θα ήθελα να σας ρωτήσω τι θέση έχει στη ζωή σας, μουσικά, συνθετικά, ενορχηστρωτικά…

Μου αρέσει πάρα πολύ η κιθάρα – ειδικά  η κλασική. Εγώ κιθάρα έμαθα από φίλους, από μικρός, μου έδειχναν ακόρντα. Άλλωστε, είναι πολύ εύκολο και οπτικά ως όργανο, μπορεί να παίζεις κάτι εύηχο και να μην ξέρεις τι νότες είναι. Έτσι με αυτό τον τρόπο η κιθάρα με βοήθησε να αντισταθμίσω τον πιο εγκεφαλικό τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι παίζοντας πιάνο. Μπορούσα ν΄ αφεθώ και να μην ξέρω τι παίζω - κάτι που στο πιάνο δεν είναι δυνατόν να γίνει. Και επίτηδες αφήνομαι να εξελίξω ένα δικό μου τρόπο που καταλαβαίνω αυτά που παίζω, περισσότερο οπτικά. Αλλά επειδή τυχαίνει και η γυναίκα μου να παίζει κλασική κιθάρα και να έχω περάσει πολλές ώρες ακούγοντάς τη να μελετά, πηγαίνω και σε αρκετές συναυλίες όπου έρχονται γνωστοί κιθαριστές (και σε σεμινάρια) και πιστεύω ότι αυτό με έχει επηρεάσει,  όχι τόσο στο παίξιμο της κιθάρας,  αλλά  αισθητικά. Πιστεύω   με κάποια αρπέζ που κάνω στο πιάνο, ίσως ασυναίσθητα να προσπαθώ να μιμηθώ αυτό που ακούω από την κιθάρα! Επίσης η κιθάρα έχει ένα αρκετά ελκυστικό ρεπερτόριο, πιο μοντέρνο από το πιάνο, ρομαντικό με όλη αυτή τη λατινοαμερικάνικη Σχολή, το flamenco, δηλαδή η κλασική κιθάρα είναι πιο ανοικτή στη γραφή της την έντεχνη απ΄ ότι είναι το πιάνο. Στην κλασική  κιθάρα υπάρχουν παρτιτούρες σχεδόν για όλα τα είδη!
Τώρα σε ό,τι αφορά το πάντρεμα με το πιάνο, είναι λίγο δύσκολο λόγω του ότι το πιάνο είναι ένα όργανο πολύ πλήρες και καλύπτει μια κιθάρα. Όποτε έχω συνεργαστεί, δυστυχώς έπρεπε να δημιουργήσω χώρο για την κιθάρα και ηχητικά και ενορχηστρωτικά, αλλά δεν είναι κάτι το οποίο το αποκλείω… ίσως με τον κατάλληλο άνθρωπο, την κατάλληλη στιγμή και με την κατάλληλη αφορμή…

Κ.Γ.  Πιστεύετε πως οι τωρινές συνθήκες κρίσης θα βοηθήσουν να παγκοσμιοποιηθεί η πολιτιστική μας συνείδηση, ή το αντίθετο; 

Η τέχνη και ειδικά η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα. Η εμπειρία μου από τις συνεργασίες μου με ξένους μουσικούς είναι η άμεση και ενστικτώδης επικοινωνία που μπορούμε να έχουμε μέσα από τους κοινούς μας μουσικούς κώδικες. Επίσης οι συναυλίες στο εξωτερικό τα τελευταία χρόνια, μου δείχνουν ότι υπάρχει κοινό για την Ελληνική δημιουργία (είτε αυτή εκφράζεται με παραδοσιακά όργανα και ήχους, είτε με δυτικά). Πιστεύω ότι αν εμείς οι μουσικοί-δημιουργοί εκφρασθούμε ελεύθερα χωρίς στυλιστικές παρωπίδες, τότε η πραγματική πολυπολιτισμικότητα της Ελλάδας θα ανθίσει.

Κ.Γ. Με κρίση ή χωρίς κρίση η μουσική θα υπάρχει και θα εξελίσσεται. Τι συμβουλές θα δίνατε στους νεότερους μουσικούς, σπουδαστές ή και ήδη επαγγελματίες;

Καταρχήν, αν πραγματικά αγαπάς την μουσική και έχεις ταλέντο, τότε είναι απλό: κάντο όσο καλύτερα μπορείς! Τα πραγματικά σου όρια μπορεί να μην τα ξέρεις ούτε εσύ ο ίδιος! Το λέω αυτό, διότι πολύ συχνά με ρωτάνε μαθητές μου αν έχουν αρκετό ταλέντο για να προχωρήσουν. Μόνο αν αφοσιωθείς και δουλέψεις σκληρά θα αρχίσουν να φαίνονται οι πραγματικές σου δυνατότητες και πόσο ψηλά μπορείς να φτάσεις. Επίσης, θα φανεί αν έχεις την υπομονή και το "στομάχι" να ασχοληθείς σοβαρά με κάτι που σου αρέσει μεν πραγματικά, αλλά μπορεί να σε πληγώσει με τις απογοητεύσεις που θα βρεις μπροστά σου.
Δεύτερον, πιστεύω στη γνώση που μεταδίδουμε ο ένας στον άλλο και γι΄ αυτό σας συμβουλεύω να αντιμετωπίσετε την μουσική σπουδή σαν να μαθαίνεις μια ξένη γλώσσα. Οι περισσότεροι συνήθως έχουμε πρόβλημα στο προφορικό λόγο (προφανώς γιατί δεν τον εξασκούμε αρκετά). Έτσι και η θεωρητική γνώση καλή είναι στη μουσική, αλλά πρέπει να εξασκούμαστε και στον προφορικό λόγο που για μένα είναι το παίξιμο και η επικοινωνία με άλλους μουσικούς. Με άλλα λόγια, ό,τι μαθαίνουμε θεωρητικά, να μπορούμε να το χρησιμοποιούμε και στην πράξη (συγχορδίες, κλίμακες κλπ).
Και κάτι ακόμη: ποτέ δεν είναι νωρίς για να παρουσιάσεις την δουλειά σου στο κοινό. Μια παγίδα τελειομανίας, που πέφτω και εγώ αρκετές φορές ("δεν είμαι ακόμη έτοιμος", "θέλει ακόμη δουλειά") απλώς μας απομονώνει και τελικά αποθαρρύνει! Η δική μου εμπειρία είναι ότι κρίνεσαι από μια συνολική πορεία και όσο είσαι δραστήριος δίνεις την ευκαιρία να σε ανακαλύψουν και να σε αξιολογήσουν οι συνάδελφοι σου και το κοινό. Επίσης η αίσθηση ολοκλήρωσης ενός έργου και ενός στόχου, σε βοηθά να προχωρήσεις και στον επόμενο.

Τ.Β. Από την εκπαιδευτική εμπειρία που έχετε σήμερα και συγκρίνοντας το επίπεδο των μαθητών με τα δικά σας μαθητικά χρόνια, παρατηρείτε  να είναι «προς τα πάνω» ή «προς τα κάτω»;  Τι αίσθηση έχετε;

Yπάρχουν κάποια πλεονεκτήματα αυτή την εποχή, λόγω internet και λόγω του ότι πολλοί μουσικοί έχουν κάνει σπουδές στο εξωτερικό και έχουν επιστρέψει οπότε  κάποιος μπορεί να μάθει αρκετά απ΄ αυτούς χωρίς να πάει στο εξωτερικό. Παρ΄όλα αυτά, η δυσκολία που  είχαμε εμείς χωρίς internet,  χωρίς πολλούς μουσικούς και  με ωδεία  πιο «κλειστά»,  μας έκανε να προσπαθούμε περισσότερο. «Ψαχνόμασταν» μεταξύ μας με άλλους μουσικούς, προσπαθούσαμε να μάθουμε ο ένας απ΄ τον άλλο... Μια συνεχή παρατήρηση που κάνω στους μαθητές μου, είναι να παίζουνε με άλλους μουσικούς και να φτιάχνουν γκρουπ. Και ενώ οι μουσικοί είναι περισσότεροι τώρα και οι σπουδαστές περισσότεροι από παλιά, πιο δύσκολα βρίσκονται μεταξύ τους! Θεωρούν ευκολότερο το να κάθονται σ΄ ένα κομπιούτερ και να ασχολούνται μ΄ ένα πρόγραμμα μουσικής παρά να βρίσκονται με άλλους μουσικούς! Σήμερα, μπορεί περισσότερα παιδιά να κάνουν μαθήματα, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι ικανό! Πρέπει αυτή τη γνώση να την εφαρμόσεις! Θυμάμαι στο Berklee, υπήρχε  μια ισορροπία στους καθηγητές, ανάμεσα σε μουσικούς, οι οποίοι ήταν περισσότερο ακαδημαϊκά σπουδαγμένοι και σε μουσικούς αναγνωρισμένης αξίας, πιο μεγάλους σε ηλικία, που μπορεί να μην είχαν πτυχία, αλλά τα Πανεπιστήμια τους δίνουνε  ένα τιμητικό ντοκτορά και διδάσκουν περισσότερο μέσω της εμπειρίας. Εμείς που έχουμε τόσους παραδοσιακούς μουσικούς, που δεν έχουνε πτυχία, αυτοί οι άνθρωποι που μπορεί να έχουν και πρόβλημα διαβίωσης δεν θα μπορούσαν τιμής ένεκεν να διδάσκουν σε Πανεπιστήμια και να διατηρηθούν κάποια όργανα σε υψηλό επίπεδο;
Νομίζω ότι και στη μουσική εκπαίδευση, έχουμε αυτή την ανακύκλωση που παρατηρείται και σε άλλες δουλειές: σπουδάζεις κάτι και αμέσως γίνεσαι καθηγητής και αυτό συνεχίζεται… Πιστεύω ότι όχι μόνο στη μουσική, αλλά και σε πολλά επαγγέλματα έπρεπε να τα εφαρμόζεις πρώτα και μόνος σου, ώστε να έχεις προσωπικότητα στον τρόπο που διδάσκεις, μέσα από ένα δικό σου ψάξιμο.
Εδώ γίνεται πολύ εύκολα μια ανακύκλωση «ωδείο»- «πτυχίο», «καθηγητής» και μετά …είναι πάρα πολλοί!  Επίσης  πολλοί μπορεί να έχουν πάρει ένα πτυχίο, όπως παίρνουν ένα Proficiency. Ο μαθητής οφείλει να ψάξει και τον καθηγητή του… Nα τον ψάξει μέσα από άλλους μαθητές, υπάρχει ευθύνη και από τις δυο πλευρές.

    

Τ.Β. Ενόψει των συναυλιών σας στο Βερολίνο (λόγω εορτασμών για την  ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Κύπρο), θα ήθελα να σας ρωτήσω αν βλέπετε διαφορές στην ανάδειξη του έργου σας στο εξωτερικό και στο πώς το κοινό το εισπράττει

Βλέπω ότι έρχεται ένα κοινό πολύ  θετικό σε διάθεση. Και επειδή στη Γερμανία η παράδοση είναι ότι παραμένεις μετά τη συναυλία και μιλάς με τον καλλιτέχνη,  βλέπω απ΄ τις παρατηρήσεις τους ότι αν μη τι άλλο,  ακούνε μουσική! Μπορεί να σου πούνε παραδείγματα που δεν είναι τα προφανή που θα σου πει κάποιος εδώ… ή  θα σου μιλήσουν για κάποια συγκεκριμένα στοιχεία του κομματιού που τους άρεσε…Βλέπεις έναν μέσο άνθρωπο, ο οποίος χωρίς να είναι μουσικός, πάει τις Κυριακές σε συναυλίες και ακούει κλασική  μουσική! Έρχονται και μου λένε πολύ συγκεκριμένα στοιχεία που αυτοί θεωρούν ότι «πάντρεψα» μεταξύ τζαζ και κλασικής και αυτό είναι ωραίο! Αυτή είναι μια διαφορά που βλέπω, η οποία δεν νομίζω ότι έχει να κάνει με κανένα ξεχωριστό ταλέντο, δείχνει όμως ότι έξω εκτιμούν τη μουσική, την υποστηρίζουν.
Επίσης αν έχουμε cd΄s μαζί μας θα αγοράσουν, ξέροντας ότι μας στηρίζουν με αυτό τον τρόπο. Μια φορά είχαμε παίξει οι «Human Touch» σ΄ ένα jazz κλαμπ και μας έκανε εντύπωση ότι «γέμισε». Ήτανε πολύ λίγοι οι Έλληνες,  απευθυνόμασταν σε Γερμανούς. Και ρωτήσαμε κάποια παιδιά «πώς και ήρθατε;»   Και μας απάντησαν ότι παίρνουν το μηνιαίο πρόγραμμα και το μελετάνε!  Είπαν: «μπήκαμε στο internet,  σας ακούσαμε, είδαμε greek ethnic jazz και ήρθαμε». Πόσος κόσμος το κάνει αυτό εδώ; 
Αυτό που λείπει θα έλεγα και πιο γενικά στη ζωή μας (και ίσως τώρα με την κρίση αναγκαστούμε να το κάνουμε)  είναι το ν΄ αναλαμβάνουμε περισσότερο ευθύνη για τις επιλογές μας και να τις ψάχνουμε από πριν.  Αυτό αφορά και τη μουσική.  Γιατί εγώ δεν πιστεύω στο DNA των λαών, ως κάτι το οποίο δεν μεταβάλλεται.  Δεν είναι ότι εμείς δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε κλασική ή ορχηστρική μουσική. Μην ξεχνάμε, ότι για τους Γερμανούς, ο Bach,  ο Beethoven  είναι συνθέτες τους, είναι η λαϊκή τους μουσική! Εμείς έχουμε δικούς μας ανάλογους έντεχνους - αν θέλετε -  μουσικούς που έχουνε αγγίξει το ευρύ κοινό. Και στο εξωτερικό υπάρχει απίστευτη μετριότητα, η οποία παίζεται απ΄ τις τηλεοράσεις! Δεν τολμάς να ανοίξεις τηλεόραση,  υπάρχει τέτοιο reality! Και ενώ η  Σχολή των realities είναι πάρα πολύ διαδεδομένη εκεί,  την ίδια στιγμή, είναι γεμάτες οι συναυλίες κλασικής μουσικής,  που σημαίνει ότι δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό μιας χώρας. Όπως και σε μας, αν  ανοίξει κάποιος την τηλεόραση, δεν νομίζω ότι το πρώτο πράγμα που θα ακούσει θα είναι μουσική Χατζιδάκι,  αλλά δεν τον ξέρουν όλοι; Δεν δείχνει κάτι αυτό; ότι αναγνωρίζουμε τι είναι σημαντικό;  Bέβαια,  στο μοντέρνο κόσμο δεν είναι αυτό που προβάλλεται πάντα, εντάξει, σύμφωνοι. Γι΄ αυτό πρέπει να ψάξουμε πίσω από αυτό…

Κ.Γ. Η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή θέση τώρα. Τι θέση θα μπορούσε να έχει η ιδιαίτερη πατρίδα σας η Κύπρος ως διέξοδος;

Διέξοδος οικονομική;  Πολύ φοβάμαι ότι η Κύπρος ακολουθεί το (κακό) παράδειγμα της Ελλάδος και είναι θέμα χρόνου να φανούν οι αρνητικές συνέπειες από την κακοδιαχείριση και σπατάλη του δημόσιου (δανεικών φυσικά) χρήματος! Σίγουρα σε κάποιους τομείς είναι πιο οργανωμένα τα πράγματα και η οικονομική κατάσταση καλύτερη προς το παρόν, παρ΄ όλα αυτά, δεν είμαι αισιόδοξος ότι θα γλυτώσει το νησί μου από την παγκόσμια κρίση (όχι μόνο οικονομική), αλλά και αξιών!

Κώστας Γρηγορέας & Τίνα Βαρουχάκη
Μάϊος 2012

Τεχνική επιμέλεια σελίδας Κ. Γρηγορέας