
Για τον Γιάννη Χρήστου (1926-1970)
Με αφορμή το βιβλίο του για τον Γιάννη Χρήστου, ο συγγραφέας Αλέξανδρος Αδαμόπουλος συζητάει με τον συνθέτη Κωνσταντίνο Λυγνό
Περισσότερα από 50 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Γιάννης Χρήστου έφυγε απ’ τη μουσική και πολιτιστική πραγματικότητα της Ελλάδας. Χρόνος πολύς οπωσδήποτε· αλλά εδώ ο χρόνος είναι μάλλον το λιγότερο σημαντικό. Πολύ περισσότερο μετράει το πόσο διαφορετική ήταν εκείνη η εποχή. Όσοι την ζήσαμε θυμόμαστε το κλίμα αισιοδοξίας και τη θετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Με ανοιχτό το μέλλον μπροστά μας ψάχναμε -σχεδόν κυνηγούσαμε- τις νέες ιδέες και εμπειρίες. Με χρόνο αρκετό στα χέρια μας παρακολουθούσαμε ό,τι προλαβαίναμε: Μουσική, θέατρο, σινεμά, εικαστικά.
Άλλη εποχή σήμερα. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και περάσαμε πολλά. Παλιές βεβαιότητες διαψεύστηκαν, ιδέες άλλαξαν, κάποια πράγματα επιβίωσαν και κάποια όχι. Το παλιό avant garde με τις υπερβολές που άδειασαν τις αίθουσες έχει πεθάνει και ονόματα που κάποτε πέρναγαν ως «ιερά τέρατα» τώρα φυτοζωούν ή έχουν ξεχαστεί εντελώς. Συναυλίες και προγράμματα έχουν αλλάξει άρδην. Ακούμε αλλιώς και σκεπτόμαστε αλλιώς. Οι νεότεροι ούτως ή άλλως διαφορετικά τα βλέπουν όλα.
Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό ότι ο Γιάννης Χρήστου περνά αυτό το πρώτο τεστ και δεν ξεχνιέται όπως τόσοι σύγχρονοι του. Όλον αυτό τον καιρό υπήρχε μια «μαγιά» μέσα στο χώρο· κάποιοι που πίστευαν ότι αξίζει. Γινόταν έρευνα, υπήρχαν εργασίες, διδακτορικά και κάποιες λίγες συναυλίες. Η έκπληξη ήταν όταν φάνηκε ότι εκεί έξω υπάρχει κάτι περισσότερο. Αυτό έδειξε η έκδοση του βιβλίου του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου «Για τον Γιάννη Χρήστου» που πήγε απρόσμενα καλά έχοντας μέχρι σήμερα κάνει πέντε εκδόσεις.
Μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε ένα «ειδικό βιβλίο για μη ειδικούς», που φάνηκε να ενδιαφέρει πολύ περισσότερους από το στενό εξειδικευμένο κοινό της «νέας» λόγιας μουσικής ή τους ακαδημαϊκούς κύκλους. Βέβαια αφηγήσεις που μιλούν από πρώτο χέρι για πρόσωπα και πράγματα πάντα έχουν ενδιαφέρον για πολύ περισσότερους πέρα από τους ειδικούς. Όμως εδώ αυτή η απήχηση πιστεύω ότι οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο τον Χρήστου.
Η συζήτηση που ακολουθεί περνά από πολλά: To ίδιο το βιβλίο, θέματα που έχουν σχέση με την εποχή, ως τα πιο «υποκειμενικά» όπως η προσωπικότητα του δημιουργού, οι σχέσεις με το περιβάλλον του, οι γνωριμίες και οι φίλοι του.
Καλή ανάγνωση!
Κ. Α. Λυγνός

Κ.Λ: Θα ήθελα να ξεκινήσουμε απ’ τον χειμώνα του ’84 όπου εσύ και η Σάντρα διαβάζετε τις δημοσιεύσεις για τον πατέρα της. Λες ότι η καθεμία με τον τρόπο της έγραφε καλά
Α.Α: Νομίζω πως η απόφασή μου εκείνη να ιδρύσουμε μαζί με γυναίκα μου τότε τη μη κερδοσκοπική εταιρεία Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου έπαιξε καθοριστικό ρόλο να βγει περισσότερο προς τα έξω το όνομα και το έργο του. Μας απασχόλησε ιδιαίτερα ποιοι θα ήσαν μέλη· γι’ αυτό και απευθυνθήκαμε σε πολλούς σοβαρούς κι ενδιαφέροντες ανθρώπους· όχι μόνον οικείους του, ούτε μουσικούς κατ’ ανάγκη. Έτσι υπήρχαν ως μέλη της εταιρείας -όσο κι αν είχε σοβαρές αντιρρήσεις για ορισμένους ο Μάνος Χατζιδάκις, που εντέλει προσχώρησε κι αυτός- πέρ’ απ’ τον μουσικό χώρο και πολύ τρανταχτά ονόματα της εποχής: Κουν, Τσαρούχης, Κακογιάννης, Καμπανέλλης, Μαυροΐδης, Παπαστράτος, Πιερίδης, Δοξιάδης, Γουλανδρής, Παύλος Ζάννας, Ντόρα Τσάτσου, Χλόη Ομπολένσκι και άλλοι. Κάπου ήταν φυσικό λοιπόν τη συνέντευξη που οργανώσαμε στο Ινστιτούτο Γκαίτε, να την προσέξουν οι δημοσιογράφοι και να γράψουν πολύ θετικά σε όλες τις εφημερίδες. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα· καθώς μέσα σε λίγα χρόνια έγιναν σημαντικά πράγματα για τη διάσωση και τη διάδοση του έργου του, όπως έλεγε και το καταστατικό μας.
Κ.Λ: Για μένα αυτό που έχει σημασία καθώς έχουν περάσει 55 χρόνια από τον άδικο χαμό του Χρήστου που είναι πολύς ο καιρός. Φαίνεται ότι το αποτύπωμά του έχει περάσει πιο έξω από τον στενό κύκλο κάποιων μουσικόφιλων και τον ακόμα στενότερο της «ελληνικής πρωτοπορίας».
Α.Α: Αυτό λέω κι εγώ και με απασχολούσε πάντα· ο Δημιουργός και το έργο του. Για πρώτη φορά τότε, το 1985, παίχτηκαν στο Ηρώδειο· η ‘Μουσική του Φοίνικα’ και η ‘Εναντιοδρομία’. Δυο χρόνια μετά -στο Ηρώδειο και πάλι- παίχτηκε σε παγκόσμια Πρώτη η ‘2η Συμφωνία’ που μάλιστα κυκλοφόρησε και σε δίσκο LP. Επίσης σε δίσκους LP κυκλοφόρησαν τότε από παλαιότερες ηχογραφήσεις, το ‘Μυστήριον’ εδώ και στο Βερολίνο τέσσερα έργα του (‘Εναντιοδρομία’ ‘Επίκυκλος’ ‘Πράξις για 12’ ‘Αναπαράστασις III’). Από τον εκδοτικό οίκο Νάκα κυκλοφόρησε η παρτιτούρα του νεανικού ‘Prelude et Fuge pour deux pianos’· το μοναδικό έργο του που εκδόθηκε στην Ελλάδα. Τότε εκδόθηκε το πρώτο καθαρά μουσικολογικό βιβλίο για τον Χρήστου: Η εργασία της Anne Martine Lucciano σε μετάφραση Γιώργου Λεωτσάκου. Τότε για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στην ΕΡΤ σχετική εκπομπή γι’ αυτόν. Λίγο μετά παρουσιάστηκε στο διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης μουσικής της Βαρσοβίας το ορατόριο ‘Πύρινες γλώσσες’, που παίχτηκε λίγο αργότερα και στο Μέγαρο Μουσικής. Στη Βαρσοβία μάλιστα ήταν παρών και ο πολύς Πεντερέτσκι που χειροκροτούσε ενθουσιασμένος. Και τέλος -για να αναφέρω μόνο τα πιο σημαντικά- έγινε στο Αμβούργο ο μεγάλος κύκλος ‘Brahms, Schönberg, Christou’ όπου μέσα σε μια βδομάδα παρουσιάστηκαν τα περισσότερα έργα του, από Γερμανούς εκτελεστές και ακολούθησε πολύ ενδιαφέρον συμπόσιο γι’ αυτόν. Πάνε τριάντα, σαράντα χρόνια πια. Χαίρομαι που τα θυμάμαι και νιώθω μέσα μου καλά που έγιναν όλα με τον πιο σοβαρό τρόπο, βγάζοντας τον Γιάννη Χρήστου έξω από έναν στενό κύκλο οπαδών.

Στο σπίτι του Βασ. Σοφίας 60 (τέλη δεκαετίας ’60)
Κ.Λ: Κομμάτι αυτού του στενότερου κύκλου είμαστε όλοι εμείς οι νεαροί φερέλπιδες σπουδαστές μουσικής που παρακολουθούσαμε τις συναυλίες στην Ελληνοαμερικανική Ένωση και αλλού. Βοηθούσης και της εποχής είμαστε γενικά δεκτικοί στο οτιδήποτε. Από τότε όμως νοιώθαμε τον Χρήστου ως κάτι το διαφορετικό από τα υπόλοιπα.
Α.Α: Πράγματι εκείνη την εποχή για μια μερίδα νεανικού κυρίως κοινού, οι συναυλίες στο Ζάππειο, στο Χίλτον και στην Ελληνοαμερικανική Ένωση μετά, ήταν πόλος έλξης· ιδιαίτερα μέσα στη Δικτατορία, όπου κάθε τι νέο και λίγο διαφορετικό μαγνήτιζε αμέσως. Και ο Χρήστου με τον εντελώς νέο αέρα που έφερνε και με την ορμή της μουσικής του ξεχώριζε. Αν κι εδώ που τα λέμε το στρατιωτικό καθεστώς δεν τον ενόχλησε και δεν τον εμπόδισε· κάθε άλλο: Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής του (1967-1970) που ήσαν μέσα στη Δικτατορία, οι ρυθμοί του ήσαν φρενήρεις. Εγώ, έφηβος τότε, δεν είχα παρακολουθήσει τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά. Από μιαν εγκατάσταση που είχα αγοράσει με αιματηρές οικονομίες, άκουγα συνέχεια συμφωνική μουσική στη διαπασών, διευθύνοντας πάντα σαν παλαβός μια φανταστική ορχήστρα. Καθώς ήμασταν πολύ κοντινοί γείτονες, μπορεί και να τον ενοχλούσα. Ωστόσο δεν μου έκανε ποτέ καμιά παρατήρηση και κάθε μέρα χαιρετιόμασταν απ’ τα μπαλκόνια μας.
Κ.Λ: Έχεις πει αρκετές φορές ότι δεν θέλεις να εμφανιστείς ως ‘Χρηστολόγος’ και ότι δεν είναι αυτός ο σκοπός του βιβλίου σου.
Α.Α: Όσο κι αν έτυχε να ζήσω μέσα στον κόσμο του, ποτέ δεν θέλησα να εμφανιστώ ως ειδικός. Νιόπαντρο ζευγάρι τότε με τη Σάντρα, και για αρκετά χρόνια μετά, ζήσαμε σ’ αυτόν τον κόσμο, γνωρίζοντας πολύ καλά και με τον πιο φυσικό τρόπο πρόσωπα και πράγματα στην Αθήνα στη Χίο και στην Κύπρο. Γράφοντας όμως το βιβλίο ‘Για τον Γιάννη Χρήστου’, σκοπός μου δεν ήταν να περιγράψω αυτόν τον κόσμο ως ειδικός ούτε μέσ’ απ’ την κλειδαρότρυπα, μα να δείξω νηφάλια και με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τον ίδιο τον Δημιουργό. Με απασχόλησε πολύ πώς να συμμαζέψω και να ‘σκηνοθετήσω’ όλο αυτό το υλικό, ώστε να γίνει ένα βιβλίο που να διαβάζεται ευχάριστα απ’ τον καθένα -ακόμα κι από ανθρώπους που δεν έχουν ιδέα ποιος είναι ο Γιάννης Χρήστου- χωρίς όμως να γίνεται ελαφρύ ανάγνωσμα, αλλά ούτε να χάνεται η αξιοπιστία και η διαρκής τεκμηρίωση, παρουσιάζοντας ακόμη και ντοκουμέντα εντελώς άγνωστα ως τώρα. Πίστεψέ με· μπορεί ν’ ακούγεται μα δεν είναι απλό. Με βοήθησε κάπως το γεγονός ότι μάλλον ξέρω να γράφω. Σ’ όλη τη ζωή μου αυτό κάνω· γράφω. Έχω εκδώσει αρκετά βιβλία που καθένα έχει ήδη τη δική του ευτυχισμένη ζωή. Εδώ όμως τα πράγματα ήσαν τελείως διαφορετικά: Γράφοντας για τον Γιάννη Χρήστου δεν είχα καθόλου την ελευθερία να είμαι λογοτέχνης δημιουργός, μα ήμουν διαρκώς αυστηρά προσηλωμένος σ’ αυτά που έπρεπε να γραφτούν και μάλιστα χωρίς να θέλω να γίνει μια βαρετή βιογραφία αναμασώντας κοινοτυπίες, ούτε βέβαια ένας διθυραμβικός λιβανωτός. Απ’ τις κριτικές που ως τώρα έχει εισπράξει το βιβλίο μα κι απ’ τη γενική αποδοχή, έχω την εντύπωση πως πέτυχε τον στόχο του. Το αποδεικνύουν άλλωστε και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις του.

Στο σπίτι του Κωνσταντίνου Τσάτσου, Κυδαθηναίων 9 (1958-59)
Κ.Λ: Τί εννοείς όταν λες ότι κάποιοι αναμασούν γενικόλογες απόψεις για τον Χρήστου, αγνοώντας πρόσωπα και πράγματα;
Α.Α: Τον πρώτο καιρό που ιδρύθηκε η Εταιρεία και για αρκετά χρόνια μετά, έρχονταν στο γραφείο μου πολλοί ενδιαφερόμενοι· γνωστοί και άγνωστοι. Με κάποιες εξαιρέσεις πραγματικά σοβαρών ατόμων, οι περισσότεροι ήσαν απλώς βαθιά εντυπωσιασμένοι απ’ τον μύθο του Γιάννη Χρήστου χωρίς όμως να έχουν μελετήσει τίποτα· ίσως και χωρίς να έχουν ακούσει τίποτ’ άλλο πέρ’ απ’ τον ‘Πιανίστα’. Πολύ πρόθυμα όμως παπαγάλιζαν μεγάλες κουβέντες του στυλ: ‘Η μουσική π.Χ και μ.Χ’· δηλαδή η μουσική προ Χρήστου και η μουσική μετά τον Χρήστου, μετάπραξη, μεταμουσική, μεταμοντέρνος, σεληνιακός, αστρικός , συμπαντικός και πάει λέγοντας. Αρκετά απ’ αυτά, όσο κι αν ίσως σημαίνουν κάτι, δυστυχώς έχουν μείνει ως κούφια κλισέ. Αν προσθέσουμε και τα διάφορα μυθώδη που έχουν ειπωθεί κατά καιρούς γι’ αυτόν, καταλαβαίνουμε πως η γενική εικόνα που δίνεται για τον Δημιουργό είναι όχι μόνο ασαφής, μα μπορεί να είναι και λάθος. Αυτή η νοοτροπία δεν με αφορά καθόλου και δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να περάσει μέσα στο βιβλίο μου. Ειλικρινά, θα προτιμούσα όλοι εκείνοι τότε να μην ήξεραν καν ποιος είναι ο Γιάννης Χρήστου και να είχαν ακούσει μια δυο συμφωνίες του Haydn. Άσε που δεν θα ’ταν κι άσχημα να έχουν μάθει στο μεταξύ πως υπήρξε και κάποιος Bruckner…
Κ.Λ: Λες επίσης ότι δεν θέλεις να παρουσιαστείς ως μουσικολόγος και πολύ καλά κάνεις!
Α.Α: Μα αυτή είναι η αλήθεια! Μοναδική μου σχέση με τη μουσική είναι η λατρεία μου γι’ αυτήν και η τρελή μανία μου -ακόμα και τώρα- να διευθύνω στον αέρα μια φανταστική ορχήστρα. Έτσι νιώθω. Από κει και πέρα δεν έχω απολύτως καμία σχέση ούτε με τη μουσικολογία ούτε με την έρευνα.

Με τον αδελφό του Εύη περί το 1954-55. (Ο Εύης σκοτώθηκε επίσης σε αυτοκινητικό το 1956)
Κ.Λ: Εδώ θέλω να ανοίξω μία παρένθεση: Ο φίλος βιολιστής Γ. Δεμερτζής έχει πει πως η μουσικολογία στην Ελλάδα είναι σαν καρκίνος, και νομίζω πως έχει πολύ δίκιο. Υπέρ αναπτύσσεται εις βάρος της Μουσικής. Αυτό συνέβη σε εμάς: Την ώρα που ο μουσικός κόσμος φυτοζωούσε, πολύ γρήγορα ξεφύτρωσαν πανεπιστημιακά τμήματα και τα διδακτορικά έρχονταν το ένα πίσω απ’ το άλλο. Από κοντά και οι διορισμοί σε θέσεις… Η έρευνα σαφώς χρειάζεται, όμως η μουσική δεν είναι μουσικολογία. Η έρευνα είναι χρήσιμη όταν οδηγεί στην ανακάλυψη και από εκεί στην πράξη, δηλαδή στις εκτελέσεις και στις ηχογραφήσεις.
Α.Α: Συμφωνώ μαζί σου. Κάτι ανάλογο λένε για τους κακούς κριτικούς λογοτεχνίας που όμως δεν είναι Λογοτέχνες: Ένα πολύ κακό κρασί, εύκολα γίνεται ξύδι!
Κ.Λ: Θα ήθελα να πούμε δυο λόγια για τα στοιχεία της ζωής του Χρήστου αλλά και για το έργο του.
Α.Α: Αν τα δούμε αντικειμενικά και νηφάλια, υπάρχουν όντως πολλά στοιχεία στη ζωή του που τον κάνουν ξεχωριστή περίπτωση, πέρα απ’ την ιδιοφυία του: Ήταν Έλληνας της Αιγύπτου· γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας που ζούσε στην Αλεξάνδρεια. Ο πατέρας του πολύ πετυχημένος επιχειρηματίας, η μητέρα του επίδοξη λογοτέχνης· αμφότεροι μορφωμένοι και πολύγλωσσοι. Μαζί με τον κατά τέσσερα έτη μεγαλύτερο αδελφό του έλαβε εξαιρετική θύραθεν παιδεία και είχε από μικρός την Τζίνα Μπαχάουερ δασκάλα του στο πιάνο. Μιλούσε αγγλικά σαν Άγγλος, καλά γαλλικά, ιταλικά και λίγα αραβικά. Από είκοσι χρονών σπούδασε στην Αγγλία και στην Ιταλία σε ζηλευτά Ιδρύματα και είχε σημαντικές γνωριμίες σε όλη την Ευρώπη. Την Ελλάδα τη γνώρισε στα τριάντα του όταν, μετά την επανάσταση του Νάσερ, εγκαταστάθηκε εδώ. Ζούσε τον μισό χρόνο στην Αθήνα· αρχικά στο σπίτι του Υπουργού τότε Κωνσταντίνου Τσάτσου, και τον άλλο μισό στο παραδεισένιο πατρικό της γυναίκας του Σίας Χωρέμη, στη Χίο· όπου ο πατέρας της -ο Γεώργιος Χωρέμης- ήταν μια σχεδόν μυθική μορφή, εθνικός ευεργέτης. Συνεπώς με ένα τέτοιο κοινωνικό οικονομικό μορφωτικό υπόβαθρο, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ήταν άτομο που αμέσως έκανε εντύπωση σε όλους εδώ· ακόμη και τίποτε να μην είχε κάνει. Αν προσθέσουμε όμως πως είχε ήδη συνθέσει τη ‘Μουσική του Φοίνικα’ και την ‘Πρώτη Συμφωνία’ (που πρωτοπαίχτηκαν στο Λονδίνο υπό τη διεύθυνση του Alec Sherman), τη ‘Λατινική Λειτουργία’ τα ‘Έξι τραγούδια σε ποίηση Τ, Σ. Έλιοτ’ και τη ‘Δεύτερη Συμφωνία’, καταλαβαίνουμε πως ήταν εντελώς ξεχωριστή μορφή απ’ την αρχή.
Κ.Λ: Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει για μένα το πώς τα φιλοσοφικά και άλλα ενδιαφέροντά του παντρεύονται με τη μουσική του και από ένα σημείο και μετά την διαμορφώνουν.
Α.Α: Ο εκδότης Χρήστος Λαμπράκης που γνώριζε καλά τον Χρήστου, έλεγε γι’ αυτόν πως· ‘Ήταν και ολίγον φιλόσοφος’. Συμφωνώ αν και νομίζω πως ήταν πιο πολύ φιλόσοφος παρά απλός μουσικός. Πάντα τον απασχολούσαν βαθιά υπαρξιακά προβλήματα: Η ζωή, ο θάνατος, η ανθρώπινη μοίρα. Έπαιξε ρόλο και η ατμόσφαιρα όπου μεγάλωσε, στην Αίγυπτο. Είχε μελετήσει αρχαίους πολιτισμούς, οργάνωση πρωτόγονων κοινωνιών, ανατολικές θρησκείες, ζεν, γιόγκα, αρχαία νεκρικά κείμενα απ’ την Αίγυπτο και το Θιβέτ. Φυσικά και όλους τους Έλληνες· ιδιαίτερα τους Προσωκρατικούς και τους Τραγικούς. Ο αδελφός του που πάντα τον επηρέαζε πολύ, ήταν ψυχαναλυτής κοντά στον Karl Jung· άρα ιδού και η Ψυχολογία του Βάθους. Και βέβαια, βγαίνοντας απ’ τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο βίωσε τραγικά όλη τη φρίκη της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι όπου οι ‘νικητές’ μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, ενταφίασαν -μαζί με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αμάχους- και όλες τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο. Όλη αυτή την πίκρα, τη διάλυση, τον πόνο, την ατομική και συλλογική σύγχυση πάσκιζε να εκφράσει με τη μουσική του. Νομίζω φαίνεται αυτό σε κάθε σύνθεση και διαπερνά όλο το έργο του απ’ την αρχή ως το τέλος.

“Προμηθέας” Εθνικό Θέατρο, αρχές δεκαετίας ’60 (Ανδρ. Παρίδης, Ελ. Χατζηαργύρη, Αλ. Μινωτής, καθιστή Μαρ. Χόρς)
Κ.Λ: Εναργέστερα νομίζω αυτό φαίνεται στα «μουσικο-θεατρικά» -ας τα πούμε έτσι- έργα: «Αστρωνκατοίδα», «Κυρία με τη Στριχνύνη», «Πιανίστας». Να μιλήσουμε όμως για αυτό που λες κοινωνικό περίγυρο.
Α.Α: Μετά τον οδυνηρότατο εμφύλιο σπαραγμό, και για καμιά δεκαπενταριά χρόνια, η χώρα άρχισε να ανασυγκροτείται και ν’ ανθίζει πάλι. Φυσικά και στον Πολιτισμό. Άρα ερχόμενος εδώ, με τις συνθήκες που ήρθε, ο Χρήστου είχε κάθε ευκαιρία να συνδεθεί και να συνεργαστεί με ό,τι καλύτερο υπήρχε τότε: Εθνικό Θέατρο, Παξινού, Μινωτής, Τσαρούχης, Θέατρο Τέχνης, Κουν, Ομπολένσκι, ΕΙΡ, Χατζιδάκις, Παπαϊωάννου, Χατζηνίκος, Λεωτσάκος, Γκουαρίνο, Γκαμπάι, Αγραφιώτης, Παρίδης, Καρύδης. Και νεότερους βέβαια· Αντωνίου, Σακκάς, Σεμιτέκολο. Κι απ’ τον επιχειρηματικό κόσμο· Ανδρεάδης, Παπαστράτος, Χανδρής, Δοξιάδης, Καρράς, Γουλανδρής και άλλοι πολλοί· χωρίς να αναφέρω και αντίστοιχες γνωριμίες στο εξωτερικό· κυρίως σε Λονδίνο, Κοπεγχάγη, Μόναχο, Ώκλαντ, όπου παρουσίασε έργα του σε παγκόσμια πρώτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως όλοι αυτοί ήσαν και κοντινοί του φίλοι. Θα έλεγα μάλιστα πως όσο κι αν ήξερε πολύ καλά να φέρεται -και να εντυπωσιάζει αν ήθελε- ήταν μάλλον πολύ κλειστός τύπος που προτιμούσε τον στοχασμό και τη μελέτη. Είναι χαρακτηριστικό νομίζω, ότι κι απ’ τους πολύ στενούς συνεργάτες του ακόμη, κανείς δεν είχε φιλοξενηθεί ποτέ στο υπέροχο σπίτι της Χίου.
Κ.Λ: Μου έκανε εντύπωση πως αφήνεις να εννοηθεί ότι και το άμεσο περιβάλλον του δεν τον καταλάβαινε και πολύ. Είναι το γνωστό ελληνικό σύμπτωμα· ότι οι Έλληνες λίγο καταλαβαίνουν μουσική πέρα από τα τραγούδια ή έχει να κάνει και με τις τόσο ειδικές απαιτήσεις που ζητά αυτή η μουσική για να γίνει κατανοητή;
Α.Α: Δεν είναι θέμα κατανόησης· εγώ νομίζω πως είμαστε πολύ μουσικός λαός. Βέβαια όπως κάθε σοβαρή μουσική έχει τις απαιτήσεις της, έχει κι αυτή τις δικές της· αν και σχεδόν πάντα είναι συγκεκριμένη, άμεση και σίγουρα είναι πολύ έντονη. Δεν ξέρω πού ακριβώς αναφέρεσαι κι αν έχω κάνει κάποιον υπαινιγμό για το άμεσο περιβάλλον του. Το θέμα όμως είναι· για ποιο άμεσο περιβάλλον μιλάμε τώρα; Εδώ και πολλά χρόνια έχουν υπάρξει άνθρωποι που μιλούσαν γι’ αυτόν σα να τον ήξεραν καλά, ενώ δεν είχαν ιδέα πώς πράγματι ζούσε και ποιος ήταν τελικά. Φυσικά δεν μπορούμε να αναστήσουμε το παρελθόν. Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί σε ό,τι λέγεται και να μην αναπαράγουμε άκριτα δευτερογενείς πηγές που ίσως και να μην έχουν καμιάν αξία. Και το κυριότερο: Πριν απ’ όλα πρέπει ν’ ακούμε το έργο τού συνθέτη. Όλο το έργο του. Τα υπόλοιπα, ας τ’ αφήσουμε στους μουσικολόγους.

“Πιανίστας” πρόβα, περί το 1968 (Θ. Αντωνίου, Γρ. Σεμιτέκολο)
Κ.Λ: Να ρωτήσω κάτι δύσκολο για οποιονδήποτε, κυρίως για έναν μη ειδικό; Ίσως και λίγο επικίνδυνο… Από την Νέλλη Σεμιτέκολο έχω ακούσει πως εκείνα τα χρόνια χρησιμοποιούσε κάπως απαξιωτικά-ειρωνικά τη φράση “νοτίτσες-νοτίτσες”. Πολλοί από τους τότε συνθέτες κάποια στιγμή γύρισαν προς τα πίσω, ενώ άλλοι επέμειναν πεισματικά σε αυτό που εγώ θεωρώ έναν αδιέξοδο δρόμο. Αυτός ο τόσο ιδιαίτερος δημιουργός που μας είχε από νωρίς δείξει τις ικανότητες του, προς τα πού άραγε θα είχε κινηθεί;
Α.Α: Το έχω ακούσει κι εγώ αυτό με τις ‘νοτίτσες-νοτίτσες’. Ο ίδιος έλεγε πως «Μουσική είναι τα βήματα των απλών ανθρώπων, μια κίνηση, ένα σύμβολο», περιγράφοντας έτσι την ηχητική του παλέτα που μπορούσε να περιέχει τα πάντα πέρα από ‘νοτίτσες’· τις οποίες όμως -ας το πούμε κι αυτό- τις ήξερε πολύ καλά και τις χειριζόταν με εξαιρετική δεξιοτεχνία ο ίδιος. Έχω λοιπόν την αίσθηση πως δεν ήταν κήρυκας της απόλυτης καταστροφής, ούτε της ξέφρενης αναρχίας. Δεν ήταν τέτοιος τύπος· κάθε άλλο. Δεν αρνιόταν τη μορφή. Δεν αρνιόταν τη δομή και τη σύνθεση με αρχή μέση τέλος. Φαίνεται αυτό ακόμα και στον ‘Πιανίστα’ που είναι απ’ τα τελευταία του έργα. Απλώς, μέσα στον ζόφο της εποχής μας, ψάχνοντας κάτι άλλο, αρνιόταν πια τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, έτσι όπως είχε καταλήξει. «Music has failed, Man has failed» έλεγε ο ίδιος. Και στην τελευταία του συνέντευξη πάλι: «…Ξεκόβουμε από την παράδοση που δημιούργησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και γυρίζουμε στις αρχές της παράδοσης, στις ρίζες, στα αρχέτυπά της. Ίσως πρόκειται για μια ανακύκληση, όπως την υπαινίσσεται ο Ηράκλειτος…» Αφού έδειξε με τον εναργέστερο τρόπο τη διάλυση την καταστροφή και το χάος, ξεκόβοντας απ’ τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό ξαναγυρνά στον Ηράκλειτο και στην «Κρυφή Αρμονία». Πέρα όμως απ’ την άρνηση, ποια θα ήταν άραγε η συνέχεια; Τί θα δημιουργούσε μετά; «Εγώ πάντως, νοιώθω αποδεσμευμένος από την καταπίεση όλων αυτών που μάς κληροδότησε η Ευρωπαϊκή κουλτούρα» λέει επιμένοντας στην άρνηση της Ευρωπαϊκής κουλτούρας, όχι όμως στην άρνηση του κάθε κανόνα· άρα στην άρνηση της ίδιας της ζωής τελικά. Εδώ αξίζει να φέρουμε στην κουβέντα μας τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, ο οποίος ζώντας τέσσερα χρόνια στον κάτω όροφο του ίδιου οικήματος όπου ζούσε και ο Χρήστου τον εγνώριζε πολύ καλά, και λέει κάτι πολύ ενδιαφέρον: «…Είχα πάντα για τον Γιάννη τόσα χρόνια την αίσθηση τού ανολοκλήρωτου. Πολύ θα ήθελα να συζητούσαμε τώρα και να τον άκουγα· να μού έλεγε πώς οραματιζόταν άραγε να γίνει η Σύνθεσις. Μέσα από ποιες διεργασίες θα έκανε την Υπέρβαση. Ποια και πώς θα ήταν η τελική δική του Σύνθεσις: Η τελική Κατάφαση τού Γιάννη· πέραν τής Αρνήσεως»…
Αυτό -αν το είχε απαντήσει ο ίδιος μέσα του- το πήρε για πάντα μαζί του εκείνο το μοιραίο βράδυ στις 8 του Γενάρη το 1970· οπότε κι εγώ σταματώ εδώ.
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
O Αλέξανδρος Αδαμόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στο ΕΚΠ, σκηνοθεσία, κλασική κιθάρα στην Αθήνα και παρακολούθησε μεταπτυχιακά –Sociologie Politique– στη Σορβόννη.Υπήρξε ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος τής μη κερδοσκοπικής ‘Εταιρείας Φίλων Μουσικής Γιάννη Χρήστου’. Διετέλεσε μέλος και γενικός γραμματέας τού δ.σ τού Εθνικού Θεάτρου.
Οι συλλογές διηγημάτων του «Δώδεκα και ένα ψέματα» και «Ψέματα πάλι» κυκλοφόρησαν στη Γαλλία Γερμανία Ολλανδία Τουρκία Ινδία. Το θεατρικό «Ο Σιμιγδαλένιος» παρουσιάστηκε αγγλικά στο Wesley College τής Μελβούρνης, τουρκικά στο Κρατικό Şehir Tiyatro τής Κωνσταντινούπολης, ενώ εδώ έχει ανέβει σε πάνω από 85 διαφορετικές παραγωγές (Εθνικό Θέατρο, Κ.Θ.Β.Ε, πολλά ΔΗΠΕΘΕ κ.α.) Άλλα έργα: «Το τσιγάρο και η γιόγκα», «Οχιναιλέγοντας», «Ίναχος ο γιός τού Ωκεανού», «Τα όχι τού ΝΑΙ», «Οι Δαιμονισμένοι», «Auguste Rodin Διαθήκη», «Ο Αδάμ και το μήλο», «Ο κύκλος που δεν κλείνει», «Χύμα», «Για τον Γιάννη Χρήστου» «Η Μονίκ».
Κωνσταντίνος Λυγνός
Συνθέτης
Σπούδασε στο Ελληνικό Ωδείο, ιδιωτικά με τον Γ. Α. Παπαϊωάννου και δούλεψε στο Ελληνικό Εργαστήρι Ηλεκτρονικής Μουσικής. Μεταπτυχιακές σπουδές σύνθεσης έκανε στο Guildhall School of Music & Drama στο Λονδίνο. Παρακολούθησε σεμινάρια με τους W. Lutoslawski και H.W. Henze. Έχει γράψει μουσική για θέατρο, κινηματογράφο, ηλεκτρο-ακουστικά κομμάτια, μουσική δωματίου, για πιάνο, σόλο όργανα, ορχήστρα, χορωδιακά, μουσικό θέατρο, μία σκηνική καντάτα, ένα μιούζικαλ, κύκλους τραγουδιών και τραγούδια. Υπήρξε Εκδότης του περιοδικού της ένωσης Ελλήνων Μουσουργών «μουσικής ΠΟΛΥΤΟΝΟν».
Πρώτη δημοσίευση στο classicalmusic.gr
Τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας
(Το περιεχόμενο του κειμένου, το φωτογραφικό, βιντεογραφικό ή ηχητικό υλικό καθώς και η επιμέλεια του άρθρου είναι ευθύνη του συγγραφέα)
| Το TaR, εκπληρώνοντας το όραμα του ιδρυτή του Νότη Μαυρουδή (1945-2023), συνεχίζει να λειτουργεί ως μία ελεύθερη και αυστηρά μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα, που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία και στην εγκυρότητα των συνεργατών του. Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους, διορθωτές κλπ, άρα δεν έχει την υποδομή και τους πόρους ώστε να ελέγχει την ακρίβεια των πληροφοριών και την πνευματική ιδιοκτησία του υλικού που παρατίθεται (κειμένου, εικόνων, βίντεο, ηχογραφήσεων κλπ). Βασίζεται αποκλειστικά στην καλή πίστη του αρθρογράφου, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος για τις απόψεις του και για το υλικό που επιλέγει, από το προσωπικό του αρχείο. Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι θίγεται από την χρήση πληροφοριών και υλικού παρακαλείται να το δηλώσει άμεσα ώστε να γίνει άμεση διόρθωση (tar.onlinemag@gmail.com). Το TaR έχει ως στόχο να στηρίξει την ποιοτική μουσική δημιουργία κι όχι να θίξει με οποιονδήποτε τρόπο τους δημιουργούς και το έργο τους. Επίσης, η πληροφόρηση που το TaR παρέχει σχετικά με συναυλίες, εκδόσεις, σεμινάρια, διαγωνισμούς, φεστιβάλ κλπ εξαρτάται αποκλειστικά από τις πληροφορίες που παρέχουν οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες και το TaR τις δημοσιεύει πάντα "καλή τη πίστει". Το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες και βασίζεται στην βοήθεια των αναγνωστών ώστε να διορθώνονται τα όποια προβλήματα. Διαχειριστής: Κώστας Γρηγορέας Ιδρυτής: Νότης Μαυρουδής |






_1.jpg)