Μελοποιημένη Ποίηση & μελοποιώντας τον Καβάφη
(Του Λεωνίδα Κανάρη)

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την εισήγησή μου στην ημερίδα που διοργάνωσε το Υπουργείο Παιδείας για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη, στις 6 Απριλίου 2013 στο Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, επ’ αφορμή των 70 χρόνων από την εκδημία του.
Η Ποίηση και η Μουσική αποτελούν τέχνες που συχνά ‘έσονται οι δύο εις σάρκα μία’ με τέκνο το άσμα.
Κι αυτό συμβαίνει από αρχαιοτάτων χρόνων, αρκεί ενδεικτικά να θυμηθούμε τα Ομηρικά Έπη και τη Λυρική Ποίηση. Αν εστιάσουμε στην κλασική μουσική θα δούμε ότι ανέκαθεν οι συνθέτες ανέτρεχαν στην ποίηση, όποτε χρειάζονταν κάποιο κείμενο. Να θυμηθούμε ενδεικτικά τον Μπετόβεν και τον Σίλερ; Τον Σούμπερτ και τον Γκαίτε; Ή πιο πρόσφατα στα καθ’ ημάς, τον Γιάννη Χρήστου και τον Έλιοτ; και τόσους μα τόσους άλλους, που προσέγγισαν την ποίηση δημιουργώντας όχι μονάχα κύκλους τραγουδιών, αλλά και ευρύτερες μουσικές φόρμες, με ποικίλες ενορχηστρώσεις.
Αλλά και στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού, ενδεικτικά επίσης, οι κορυφαίοι Μίκης Θεοδωράκης και Μάνος Χατζηδάκις πόσες ευτυχείς συμπράξεις έκαναν με την αφρόκρεμα της ελληνικής ποίησης!
Επιστρέφοντας στον κλασικό χώρο, παρατηρούμε ότι διαθέτει μια μακρά και συχνά σχολαστική παράδοση για το πως αντιμετωπίζεται ένα ποιητικό κείμενο, κι αυτό, ήδη από την περίοδο της γρηγοριανής υμνωδίας. Η πρακτική αυτή είναι πολυποίκιλη μέσα στη ροή του χρόνου και διαφοροποιείται κατά τις διαφορετικές μουσικές περιόδους που μεσολάβησαν έως σήμερα (Αναγέννηση, Μπαρόκ, Κλασικισμός, Ρομαντισμός, οι διαφορετικές σχολές του 20ου αιώνα, κ.λπ.) αλλά διαφοροποιείται και ανάλογα με τις καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες του κάθε δημιουργού.
Κατά κανόνα όμως, βασικό μέλημα αποτελεί -και πάντα αποτελούσε- η σωστή απόδοση του ποιητικού κειμένου. Π.χ. ο σοβαρός συνθέτης δεν θα προσαρμόσει πάση θυσία το ποίημα σε μια μελωδική κατασκευή του, η οποία μπορεί και να προϋπάρχει. Κάτι τέτοιο αποβαίνει εις βάρος του ποιήματος. Ούτε θα χρησιμοποιήσει τα φωνήεντα του ποιήματος, απλώς για να τραγουδηθεί η μελωδία του. Τακτική κάποιων -έστω λίγων- τραγουδοποιών, που το όνομα του ποιητή συχνά το χρησιμοποιούν ως διαβατήριο για τη χώρα της επαγγελματικής ανέλιξης, επιδιώκοντας έτσι κύρος για τη δουλειά τους. Σοβαροφάνεια.
Αντίθετα, ο σοβαρός δημιουργός θα προσπαθήσει να αφουγκρασθεί τη μουσική που αποπνέει το ίδιο το ποίημα. Αυτό το ίδιο θα του δείξει τον δρόμο, τα όρια, το ύφος. Δεν θα πρέπει να ξεχνά, ότι ο ποιητής είναι ισότιμος συνδημιουργός του τελικού αποτελέσματος και συχνά μάλιστα χωρίς καν να ερωτηθεί, αν δεν ζει για να προβάλλει τις όποιες αντιρρήσεις του.
Ο φιλότιμος δημιουργός δεν θα προσπαθήσει να ξεγελάσει τον ακροατή απλώς με μια εύληπτη κι ευχάριστη μελωδία, αν αυτή δεν συνάδει με το ποίημα. Θα εκφρασθεί όσο βαθιά ή διακριτικά πιστεύει ότι χρειάζεται, θα εκφράσει με τον δικό του τρόπο την παλέτα των συναισθημάτων ή των ψυχικών εντυπώσεων που κατά την κρίση του το ποίημα αποπνέει.
Μπορεί λ.χ. κάποιο δραματικό στοιχείο να το εκφράσει από στοχαστικά έως μελαγχολικά ακόμη και τραγικά. Έχει την ελευθερία αυτή. Χρειάζεται λοιπόν ήθος και σεβασμός, γνώση, καλλιέργεια, ταλέντο και πολλή δουλειά προκειμένου ένα ποίημα να κουμπώσει με μια μουσική που θα το αναδείξει, για να αποτελέσουν μαζί ένα ενιαίο έργο αξιώσεων.
Γενικές προδιαγραφές μελοποίησης
Θα αναφερθώ σε κάποιες γενικές προδιαγραφές της μελοποίησης, οι οποίες όμως μπορούν να βρουν τις ιδιοφυείς εξαιρέσεις τους, εξαιρέσεις που δεν είναι και τόσο σπάνιες. Αποτελούν όμως υπερβάσεις της γνώσης και όχι έλλειψη ή αδιαφορία προς αυτή.

Πρωταρχική μέριμνα αποτελεί η σωστή εκφορά των λέξεων και η αποφυγή κάθε παρατονισμού. Δηλαδή, οι τονισμένες συλλαβές θα συμπέσουν με τα ισχυρά των μουσικών μέτρων. Αν το ποίημα είναι έμμετρο αυτό γίνεται εύκολα. Αντίθετα, αν το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, θα χρησιμοποιηθούν πάσης φύσεως εναλλαγές διαφορετικών μέτρων (και μετρικές μετατροπίες), ποικίλες ρυθμικές υποδιαιρέσεις, ευρεία χρήση της συγκοπής και του αντιχρονισμού, κ.λπ.
Παρατονισμούς όμως συμβαίνει να συναντάμε κάποιες φορές και σε έργα ακόμη και πολύ επώνυμων δημιουργών. Όσο σημαντικοί κι αν είναι, συνειδητά ανέλαβαν την ευθύνη αυτού του ολισθήματος, αφού στην καλλιτεχνική τους ζυγαριά ο παρατονισμός βάρυνε λιγότερο από την ομαλή μελωδική ροή στο σημείο αυτό. Π.χ. (και με κάθε σεβασμό κι εκτίμηση) «ηλιε μού, ηλιε μού βασιλιά μου». Επ’ αυτού, κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι παρατονισμοί διορθώνονται από τους τραγουδιστές. Δεν συμφωνώ. Είναι τόσο δυνατή η αίσθηση των ισχυρών ενός σταθερού μουσικού μέτρου, που ο ακροατής την αισθάνεται κι ας μην δοθεί η σχετική έμφαση. Είναι βλέπετε η δύναμη της ομοιομορφίας του σταθερού ρυθμού.
Ένα από τα βασικά στοιχεία της μουσικής είναι αυτό της επανάληψης. Όταν όμως μελοποιείται ελεύθερος στίχος, ο συνθέτης που θα θελήσει να αξιοποιήσει το στοιχείο της επανάληψης, θα πρέπει να κατασκευάσει μελωδική γραμμή που να παραμένει αναγνωρίσιμη, παρόλες τις όποιες παραλλαγές της που αναπόφευκτα θα δεχθεί, προκειμένου να εξυπηρετήσει σωστά την απόδοση στίχων με διαφορετική μετρική.
Ο συνθέτης θα προσέξει τις χασμωδίες και θα αποφύγει να δημιουργήσει εκθλίψεις φωνηέντων (π.χ. το «μου άνοιξε», να το μετατρέψει σε: «μ’ άνοιξε») και αφαιρέσεις φωνηέντων («το είπες», να γίνει «το ‘πες»), αν οι εκθλίψεις αυτές δεν υπάρχουν στο κείμενο.
Θα λάβει υπ’ όψη την απόδοση όλων των σημείων στίξης. Και εδώ δεν εννοούμε μόνο την τελεία και το κόμμα, αλλά και το ερωτηματικό, το θαυμαστικό, την άνω τελεία, την άνω και κάτω τελεία, το ενωτικό και την παύλα, τις παρενθέσεις, τα εισαγωγικά, τα αποσιωπητικά. Στο γνωστό παράδειγμα (πάλι με κάθε σεβασμό κι εκτίμηση), άλλο: «...πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή» και άλλο «...πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή».
Σημαντικό κομμάτι της δουλειάς αποτελεί και η άρτια απόδοση του νοήματος σε επίπεδο σύνταξης. Οι επεξηγηματικές, οι αναφορικές, οι παρενθετικές προτάσεις, κ.λπ. Η φράση θα αντιστοιχεί με μουσική φράση και η περίοδος (συχνά η στροφή) με μουσική περίοδο. Έτσι, η τελεία θα συμπέσει με τη μουσική πτώση.
Επειδή πολλή κουβέντα έχει γίνει σχετικά με την εκφορά των μακρών και των βραχέων, η άποψή μου αποφεύγει τις υπερβολές, που συχνά ακούγονται -πιθανά- για λόγους εντυπωσιασμού, και είναι η ακόλουθη: Όσο αποδίδει στον λόγο ένας καλός εκφωνητής, ή ένας καλός ηθοποιός τις διαφορές αυτές, άλλο τόσο ακριβώς θα τις λάβουμε κι εμείς υπ’ όψη. Δεν υπάρχει λόγος για τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Και η προσέγγιση εδώ, είναι μάλλον περισσότερο εμπειρική. Π.χ. μπορούμε να πούμε σύντομα και κοφτά: ‘προς’ (βραχύ), αλλά δεν θα πούμε με τον ίδιο τρόπο: ‘φως’ (μακρό). Θα προφέρουμε ‘φώως’. Παρατηρήστε το. Έτσι ακριβώς και θα τραγουδήσουμε.
Για την απόδοση του νοήματος θα ληφθούν επίσης υπ’ όψη και οι μικρές παύσεις που νοηματικά χρειάζονται πριν κάποιες λέξεις και οι οποίες θα ανταμωθούν με τις αντίστοιχες μουσικές παύσεις. Π.χ. άλλο «Η γυναίκα του έλεγε» και άλλο «η γυναίκα τού έλεγε». Γενικότερα είναι πολύτιμο το να αξιοποιηθεί η μουσικότητα του λόγου (ο επιτονισμός), και αντίθετα θα ήταν αποπροσανατολιστικό να δοθεί έμφαση σε λέξεις που χρησιμοποιούνται μεταφορικά. Συχνά σε μια φράση υπάρχει η λέξη ή οι λέξεις έμφασης ή και κορύφωσης. Το ανάλογο πρέπει να γίνει και στη μουσική φράση που τη ντύνει.
Οι επαναλήψεις λέξεων, στίχων ή στροφών θα γίνουν με περίσκεψη. Συχνά κρίνονται απαραίτητες προκειμένου το τραγούδι -αν πρόκειται για τέτοιο- να λάβει μια πιο μουσικά ισόρροπη μορφή.
Το κόψιμο μιας λέξης με την άμεση επανάληψή της ολοκληρωμένη, αποτελεί πρακτική που συχνά διευκολύνει τη μελωδική ροή. Κατά κανόνα όμως γίνεται σε τονισμένη συλλαβή. Αλλιώς, κινδυνεύουν να σχηματισθούν παντελώς ακατάληπτοι συλλαβικοί συνδυασμοί. Π.χ. δεν θα πούμε: «ο ήλιος ανα / ο ήλιος ανατέλλει», αλλά «ο ήλιος ανατέ / ο ήλιος ανατέλλει». Ο συνθέτης έτσι διευκολύνθηκε, χωρίς όμως να διασαλευθεί (έστω και προς στιγμή) το νόημα, αφού ο ακροατής μάλλον αναγνώρισε εξαρχής την κομμένη λέξη.
Κάποιες φορές έχουμε επανάληψη και ολόκληρων λέξεων ή και ολόκληρου στίχου, πρακτική με λιγότερο ρίσκο. Επίσης, συχνά ο συνθέτης επιλέγει μια στροφή ως τη σημαντικότερη και την επαναλαμβάνει εν είδει επωδού ή στο τέλος. Σε όλα αυτά όμως χρειάζεται πάντα ένα μέτρο.
Τα μελίσματα, κατά κανόνα, γίνονται σε τονισμένες ή αρχικές ή τελικές συλλαβές βασικών λέξεων και όχι π.χ. πάνω σε άρθρα και συνδέσμους.
Συχνά ο συνθέτης καλείται να αποφασίσει πώς θα χειρισθεί την όποια ομοιοκαταληξία και την όποια παρήχηση, που κάποιοι ποιητές αρέσκονται να δημιουργούν με την συχνή χρήση κάποιων ήχων Π.χ. με τα φωνήεντα ο και ου: «Ο θόλος τούτος του φωτός κι ο πρωτουργός του κόσμου». Ή π.χ. με το σύμφωνο ψ: «Και μέλψας περιέθαλψεν και θάλψας θέλει μέλψει».
Πώς θα αποδοθούν οι διάλογοι ή η ύπαρξη περισσότερων προσώπων, όπως για παράδειγμα στο ‘Erlkönig’ του Γκαίτε που συνυπάρχουν τέσσερα πρόσωπα: ο αφηγητής, το παιδί, το ξωτικό κι ο πατέρας; Ο Σούμπερτ πάντως το χειρίσθηκε επιτυχώς.
Και φυσικά έχουμε κι όλα αυτά που υπάρχουν πίσω από τις λέξεις. Τα δεύτερα ή και τα τρίτα επίπεδα. Εδώ σημαντικό ρόλο θα παίξουν και τα οργανικά μέρη (εισαγωγή, ιντερμέτζι ανάμεσα στις στροφές, επίλογος - coda, κ.λπ.). Επίσης: η αρμονία, η αντίστιξη-πολυφωνία, η ενορχήστρωση, η υφή, η φθογγική πυκνότητα, η επιλογή και η επεξεργασία του μουσικού υλικού, η μουσική έκταση που θα χρησιμοποιηθεί, οι εντάσεις, οι ερμηνευτικές υποδείξεις και αυτές της μουσικής άρθρωσης, το τέμπο και οι διακυμάνσεις του, η φόρμα και η διάρκεια του έργου, το ιδίωμα και οι όποιες μουσικές ή εξωμουσικές αναφορές, τα όποια θεατρικά στοιχεία μπορούν να αποδώσουν οι ερμηνευτές, και άλλα πολλά, θα συμβάλλουν στο να δημιουργηθεί η ανάλογη ατμόσφαιρα, διάθεση και να προβληθούν οι συναισθηματικές και λοιπές διακυμάνσεις.
Αν το ποίημα θεωρείται πολύ γνωστό, ο συνθέτης μπορεί να παίξει με τις λέξεις, τις συλλαβές και τα φωνήματά τους (π.χ. ‘τ’), δουλεύοντας σ’ ένα άλλο επίπεδο, αποδίδοντας αυτά που διακρίνει (κατά την κρίση του) πίσω από τις λέξεις. Αναδεικνύει μιαν άλλη οπτική, ένα άλλο επίπεδο του ποιήματος (περισσότερο ψυχολογικό), βασιζόμενος στην όποια ανάμνησή του. Κατά τέτοιο τρόπο (σε σχέση με τη φωνή και το κείμενο) έχουν εργασθεί πρωτοπόροι συνθέτες, όπως π.χ. ο Γιάννης Χρήστου, ο Ιάννης Ξενάκης, κ.ά.
Όλα τα παραπάνω αποτελούν και κριτήρια ελέγχου της ποιότητας μιας μελοποίησης, τα οποία (λιγότερο ή περισσότερο) μπορεί να χρησιμοποιήσει ο κάθε προσεκτικός ακροατής ή και να αποτελέσουν υλικό διδασκαλίας για τους μαθητές. Ειδικά για τους τελευταίους πιστεύω ότι θα συμβάλλει στο να προσεγγίσουν ή να εξοικειωθούν περαιτέρω με την έντεχνη μουσική, έχοντας ως σημαντικό βοηθό τον ποιητικό λόγο. Αλλά και αντιστρόφως, θα συμβάλλει στο να προσεγγίσουν την ποίηση ακόμη περισσότερο, με βοηθό τη μουσική.
Η μελοποίηση του Καβάφη
Το έργο του Καβάφη δεν θα μπορούσε να μείνει εκτός μελοποιητικού ενδιαφέροντος από τους συνθέτες, παρόλες τις δυσκολίες που παρουσιάζει στο να μελοποιηθεί. Οι αναφορές μου στην μελοποίηση ποιημάτων του Καβάφη, θα εστιασθούν κυρίως στους συνθέτες της έντεχνης μουσικής (ή αν προτιμάτε) της σύγχρονης-κλασικής.
Η μελοποίηση ποιημάτων του φέρνει τον συνθέτη αντιμέτωπο με τις ακόλουθες δυσκολίες:
1. Τα μεγέθη των ποιημάτων. Υπάρχουν ποιήματα πολύ μεγάλα (π.χ. το ‘Ο Δαρείος’) και άλλα πολύ μικρά (π.χ. το ‘Ηδονή΄).
2. Τα ποιήματα άλλοτε χωρίζονται σε στροφές (π.χ. το ‘Κεριά’) και άλλοτε όχι (π.χ. ‘Ένας Θεός των’).
3. Όσα χωρίζονται μορφικά σε στροφές, αυτές συχνά είναι ανομοιόμορφες όσον αφορά στον αριθμό των στίχων (π.χ. το ‘Η διορία του Νέρωνος).
4. Δεν υπάρχει σταθερό ποιητικό μέτρο, ούτε πάντα σταθερά επαναλαμβανόμενος αριθμός συλλαβών ανά στίχο.
5. Κάποιες φορές το νόημα-φράση δεν ολοκληρώνεται με το τέλος της στροφής, αλλά συνεχίζει στην επόμενη (π.χ. ‘Του Μαγαζιού’).
6. Υπάρχουν ποικίλα είδη ομοιοκαταληξίας. Οι αντιστοιχίες αυτές συχνά διαπλέκονται με διάφορους άτακτους τρόπους ανάμεσα στις στροφές (π.χ. στο ‘Ούτε εκείνος’).
Όλα αυτά δυσκολεύουν πολύ στο να δημιουργηθεί ένα συνηθισμένο διμερές τραγούδι με χαρακτηριστική επωδό, πόσο μάλλον ένα στροφικό τραγούδι. Για τους λόγους αυτούς, συχνά η σύνθεση στρέφεται προς την κατεύθυνση της πιο αφηγηματικής προσέγγισης, ή ακόμη και προς ένα είδος μουσικής απαγγελίας. Στην πιο αφηγηματική προσέγγιση πιθανόν κάθε μουσική φράση να είναι διαφορετική και ενδεχομένως ούτε εύκολα προσλήψιμη, ούτε ιδιαίτερα χαρακτηριστική, ή ‘ελκυστική’ χωρίς αυτά να αποτελούν υποχρεωτικά μειονέκτημα.
Συχνά επίσης, έχουμε την ανάγκη για κάποιο είδος μουσικού χρωματισμού σημαντικών λέξεων, έως και ένα είδος μουσικο-θεατρικής απόδοσης κάποιων σημείων.
Αν αναλογιστούμε και τις ιστορικές αλλά και άλλες αναφορές που βρίσκουμε στα ποιήματα του Καβάφη, μπορούμε να φαντασθούμε τις πρόσθετες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο συνθέτης, αν θελήσει να τις εκφράσει μουσικά με τρόπο λειτουργικό μεν, αλλά συμβατό προς το έργο.
Τα οργανικά μέρη (στην αρχή, ενδιάμεσα στις στροφές και το τέλος) μπορούν να αποτελέσουν βολικές ευκαιρίες για μια πιο απρόσκοπτη ροή λυρικότητας, η οποία μπορεί να εξισορροπήσει, με την όποια αίσθηση αφηγηματικότητας του τραγουδιστικού μέρους, το συνολικό αποτέλεσμα.
Ανάλογα με το μέγεθος του ποιήματος, αλλά και την προσέγγισή του από τον συνθέτη, η διάρκεια της μελοποίησης μπορεί να ποικίλει από πολύ μικρή (π.χ. ένα λεπτό) έως αρκετά μεγάλη (π.χ. επτά λεπτά). Ο έντεχνος (κλασικός) συνθέτης δεν θα περιορισθεί από τον μέσο όρο των 3 - 4 λεπτών που διαρκούν τα τραγούδια της δημοφιλούς (ή όπως αλλιώς θέλει να ονομασθεί) μουσικής.
Τα βαθύτερα επίπεδα στα ποιήματα του Καβάφη, επίσης αυξάνουν τις απαιτήσεις, όπως π.χ. στο ‘Περιμένοντας τους βαρβάρους’ αν θεωρήσουμε ότι (εκτός των άλλων) αποπνέεται και μια αίσθηση ειρωνείας (η οποία μάλιστα γίνεται αντιληπτή κυρίως στο τέλος του ποιήματος) θα έπρεπε να διαπνέει μουσικά το ποίημα από την αρχή του ή μόνο στο τέλος; Και με ποιόν τρόπο η ειρωνεία αυτή θα αποδοθεί;
Οι δυσκολίες αποτελούν πρόκληση για έναν συνθέτη, στο να αναμετρηθεί δηλαδή με τις δυνάμεις του πάνω στη μελοποίηση ενός κορυφαίου μας ποιητή.
Κι έτσι, αρκετοί συνθέτες έχουν μελοποιήσει ποιήματά του. Σύμφωνα με έρευνα του Κώστα Μόσχου (διευθυντή του ΙΕΜΑ) έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα (δηλ. ως το 2013) περί τις 350 μελοποιήσεις/συνθέσεις πάνω σε ποιήματα του Καβάφη σε διάφορα στυλ, από περίπου 85 συνθέτες (κλασικούς και μη) και μάλιστα όχι μόνο Έλληνες. Αρκετές από τις 350 αυτές συνθέσεις θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόλογες, ένας μεγάλος αριθμός τους όμως παραμένει άγνωστος στο ευρύ κοινό.
Παρά τον μεγάλο αριθμό των συνθέσεων, υπάρχουν πολλαπλές μελοποιήσεις του ίδιου ποιήματος από διαφορετικούς δημιουργούς, κι έτσι υπολογίζεται ότι έχει μελοποιηθεί έως σήμερα (δηλ. ως το 2013) λιγότερο από το 1/3 των ποιημάτων του Καβάφη. Σύμφωνα με την έρευνα, έχουν μελοποιηθεί 65 από τα 154 «αναγνωρισμένα» ποιήματά του, μόνο 10 από τα 75 «κρυμμένα» και μόλις 2 από τα 37 «αποκηρυγμένα». Σύνολο 77 από τα 266. Προσωπικά, έχω μελοποιήσει επτά ποιήματά του και έχω γράψει μια μουσική αφήγηση για ένα πεζό του κείμενο.
Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποιους απ’ τους συνθέτες (με τυχαία σειρά), που μελοποίησαν Καβάφη, όπως: Δημήτρης Μητρόπουλος, Θόδωρος Αντωνίου, Αργύρης Κουνάδης, Γιώργος Σισιλιάνος, Γιάννης Παπαϊωάννου, Γιώργος Κουρουπός, Χάρης Βρόντος, Αντίοχος Ευαγγελάτος, Γιάννης Ιωαννίδης, Νικηφόρος Ρώτας, Αριστοτέλης Κουντούρωφ, Νίκος Μαμαγκάκης, Άλκης Μπαλτάς, Μιχάλης Τραυλός, Κυριάκος Σφέτσας, Κώστας Νικήτας, Ανδρέας Αργυρού, Χρήστος Ζερμπίνος, Ντίνος Κωνσταντινίδης, Σπύρος Μάζης, Αλέξανδρος Μούζας, Ιάκωβος Κονιτόπουλος, Δημήτρης Νικολάου, Καλλιόπη Τσουπάκη, Γιώργος Χατζημιχελάκης, και πολλοί άλλοι. Εκδομένα είναι λίγα από τα παραπάνω και δισκογραφημένα ακόμη λιγότερα.
Το έργο όμως του Καβάφη παραμένει ανάμεσα στα κορυφαία της ελληνικής (και όχι μόνο) ποίησης διαθέσιμο για να το απολαύσουμε μελοποιημένο ή όχι.
Ακολουθούν ενδεικτικά παραδείγματα μελοποιημένου Καβάφη:
Δημήτρη Μητρόπουλου
Γιώργου Κουρουπού
Λεωνίδα Κανάρη
Άλκη Μπαλτά
Μάνου Χατζιδάκι
Τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας
(Το περιεχόμενο του κειμένου, το φωτογραφικό, βιντεογραφικό ή ηχητικό υλικό καθώς και η επιμέλεια του άρθρου είναι ευθύνη του συγγραφέα)
| Το TaR, εκπληρώνοντας το όραμα του ιδρυτή του Νότη Μαυρουδή (1945-2023), συνεχίζει να λειτουργεί ως μία ελεύθερη και αυστηρά μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα, που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία και στην εγκυρότητα των συνεργατών του. Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους, διορθωτές κλπ, άρα δεν έχει την υποδομή και τους πόρους ώστε να ελέγχει την ακρίβεια των πληροφοριών και την πνευματική ιδιοκτησία του υλικού που παρατίθεται (κειμένου, εικόνων, βίντεο, ηχογραφήσεων κλπ). Βασίζεται αποκλειστικά στην καλή πίστη του αρθρογράφου, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος για τις απόψεις του και για το υλικό που επιλέγει, από το προσωπικό του αρχείο. Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι θίγεται από την χρήση πληροφοριών και υλικού παρακαλείται να το δηλώσει άμεσα ώστε να γίνει άμεση διόρθωση (tar.onlinemag@gmail.com). Το TaR έχει ως στόχο να στηρίξει την ποιοτική μουσική δημιουργία κι όχι να θίξει με οποιονδήποτε τρόπο τους δημιουργούς και το έργο τους. Επίσης, η πληροφόρηση που το TaR παρέχει σχετικά με συναυλίες, εκδόσεις, σεμινάρια, διαγωνισμούς, φεστιβάλ κλπ εξαρτάται αποκλειστικά από τις πληροφορίες που παρέχουν οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες και το TaR τις δημοσιεύει πάντα "καλή τη πίστει". Το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες και βασίζεται στην βοήθεια των αναγνωστών ώστε να διορθώνονται τα όποια προβλήματα. Διαχειριστής: Κώστας Γρηγορέας Ιδρυτής: Νότης Μαυρουδής |


