Η κιθάρα και η μουσική του Μπαχ

Είναι εφικτό να παίζουμε τα έργα του Μπαχ (1685-1750) στην κιθάρα;
Ένα ερώτημα που έχει κατ’ επανάληψη τεθεί αλλά και απασχολήσει μουσικολόγους, κριτικούς και ερευνητές, αφού είναι γνωστό ότι τα περισσότερα έργα του μεγαλοφυούς μουσουργού είναι γραμμένα στο τσέμπαλο.
Βέβαια, μια πρόχειρη όσο και εύκολη απάντηση που μπορεί να δοθεί στο παραπάνω ερώτημα, είναι ότι η κιθάρα έχει περισσότερη ηχητική συγγένεια με το τσέμπαλο απ’ ό,τι το πιάνο που στις μέρες μας έχει κληρονομήσει τον απέραντο θησαυρό των έργων του Μπαχ. Και εδώ βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι αρκετές φορές ο ίδιος ο Μπαχ συνήθιζε να μεταγράφει κάποια από τα έργα του σε άλλα όργανα, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν έχουν νόημα οι όποιες ενστάσεις που κατά καιρούς ακούγονται όσον αφορά τις μεταγραφές.
Γνωστά παραδείγματα για τους κιθαριστές είναι η 3η Παρτίτα για σόλο Βιολί, με την 4η Σουίτα για Λαούτο ή ακόμα η Φούγκα (από την 1η Σονάτα για σόλο Βιολί), με την εκδοχή για Αναγεννησιακό Λαούτο αλλά και για Εκκλησιαστικό Όργανο.
Ας επιστρέψουμε όμως στον αρχικό προβληματισμό: Είναι γεγονός ότι τις περισσότερες φορές ακούμε τα έργα του Μπαχ να εκτελούνται άσχημα από τους κιθαρίστες τόσο στις αίθουσες συναυλιών όσο και στη δισκογραφία. Εξαιρετικά λίγες είναι οι περιπτώσεις που απολαμβάνουμε μουσική του Μπαχ σε κάποιο ρεσιτάλ κιθάρας, ενώ αν θέλουμε να προτείνουμε σε κάποιον φιλόμουσο έναν αντίστοιχο δίσκο με κιθάρα, έχουμε περιορισμένες καλές επιλογές.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Φταίει ο Μπαχ; Φταίει το όργανο; Μήπως φταίμε εμείς οι κιθαριστές με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε αυτή τη μουσική;
Πολύ πιθανό τα αίτια να έχουν τις ρίζες τους ακόμα πιο βαθιά. Ίσως αυτή η ιστορία να ξεκινά από την έλλειψη σωστής μουσικής παιδείας τόσο στα σχολεία όσο και στα μουσικά ιδρύματα. Είναι άλλωστε γνωστό σε όλους μας πόσο σπανίζουν οι προικισμένοι μουσικοί παιδαγωγοί που εμπνέουν και καθοδηγούν σωστά τον μαθητή. Έτσι, για ποιες ερμηνείες στη μουσική του Μπαχ να μιλήσει κανείς όταν οι ίδιοι δάσκαλοι που τον διδάσκουν, ελάχιστα γνωρίζουν για τη ζωή και το έργο του! Και πώς να ερμηνεύσει σωστά ο νέος σολίστ της κιθάρας όταν, παίρνοντας το Δίπλωμά του με βραβεία και επαίνους, έχει παντελή έλλειψη γνώσης της εποχής του μπαρόκ, της τεχνοτροπίας, της γενικότερης αισθητικής.
Είναι δυστύχημα ότι στις μέρες μας – μέρες ραγδαίας πληροφορικής εξέλιξης και άμεσης ενημέρωσης – εγκλωβίζονται στην άγνοια και την αδιαφορία του δασκάλου ένα σωρό νέοι ταλαντούχοι κιθαριστές που κάτω από άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να γίνουν ολοκληρωμένοι μουσικοί. Και αντίθετα, είναι ευχής έργο πως τουλάχιστον ένα ελάχιστο ποσοστό από αυτούς, γρήγορα ή έστω αργά, ανακαλύπτουν τη λύση της δισκογραφίας και της βιβλιογραφίας.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω, πέρα από την προσφορά ενός καλού βιβλίου με θέματα ιστορικά και ερμηνευτικά, το πόσο σημαντικό είναι να ακούμε τη μουσική του Μπαχ.
Είναι παρατηρημένο – και νομίζω σε παγκόσμια κλίμακα – ότι από τους σπουδαστές της μουσικής, αυτοί που ακούνε λιγότερο τις εκδηλώσεις άλλων οργάνων είναι οι σπουδαστές της κιθάρας. Αυτό έχει ίσως την εξήγησή του στο γεγονός ότι η κιθάρα ως πολυφωνικό όργανο έχει μια αυτάρκεια, μια πληρότητα που δεν απαιτεί τη συνεργασία με τα άλλα όργανα. Έτσι κάλλιστα ένας σπουδαστής της κιθάρας τελειώνοντας τις σπουδές του είναι δυνατόν να μην έχει συνυπάρξει κατά τη διάρκεια της φοίτησής του με κάποιο άλλο όργανο ορχήστρας ή με το πιάνο (βασικό όργανο της αρμονίας), θα έλεγα ούτε καν με έναν απλό μετρονόμο! Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι τα πενιχρά έως μηδαμινά ακούσματα του πτυχιούχου-διπλωματούχου κιθαριστή σε αντίθεση με τα ανάλογα του φλαουτίστα, τσελίστα, πιανίστα κλπ. Κατά συνέπεια δεν είναι καθόλου περίεργο ότι σήμερα οι περισσότεροι κιθαριστές ως επί το πλείστον έχουν την τάση να ακούνε μόνο δίσκους κιθάρας και να παρακολουθούν – όσοι βέβαια ελάχιστοι παρακολουθούν – μόνο τις συναυλίες του δικού τους οργάνου.
Επιστρέφοντας στην πρόταση που επικαλούμαι για το πόσο σημαντική για την βελτίωση του μουσικού μας αισθητήριου είναι η προσέγγιση της μουσικής του Μπαχ, βρίσκω ότι μέσα από αυτά τα ακούσματα ανακαλύπτει σιγά-σιγά ο ακροατής ήχους ολοκληρωμένους και ποικίλους, δοσμένους με μια αξιοθαύμαστη αντιστικτική ισορροπία και αρχιτεκτονική τελειότητα πάνω σε μια αρμονική πολυπλοκότητα, τέτοια που δεν βρίσκει σε άλλον συνθέτη. Ακούγοντας τη μουσική του Μπαχ μοιάζει να διαβάζεις ένα φιλοσοφικό βιβλίο με βαθιά νοήματα και συμπυκνωμένες έννοιες, ενώ θα ήθελα να θυμίσω και το πολύ εύστοχο απόφθεγμα του Άρνολντ Σέμπεργκ (Arnold Schoenberg 1874-1951): “Υπάρχει ο Μπαχ και οι άλλοι”!

Ολοκληρώνοντας αυτό το σύντομο σημείωμά μου γύρω από τη μουσική του Μπαχ και την κιθάρα – σύντομο, αφού είναι ανεξάντλητα αυτά στα οποία θα μπορούσε κανείς να αναφερθεί – θα ήθελα να προτείνω από το πλήθος της μουσικής του, τα Βραδεμβούργια Κονσέρτα ως μια καλή αρχική επιλογή για ένα κιθαρίστα.
«Κονσέρτα με πολλά όργανα» όπως ο ίδιος ο Μπαχ αναφέρει, ολοκληρώθηκαν σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους του (1721, Coethen) και αναδεικνύουν όλο τον πλούτο, τη μαεστρία και την ομορφιά της μουσικής του.
Βασίζονται στην αντιφωνική φόρμα του ιταλικού “Concerto Grosso” όπου η ορχήστρα χωρίζεται σε δύο μέρη, στα σόλο όργανα που αποτελούν το concertino και στην υπόλοιπη ορχήστρα, το ripieno.
Κάθε ένα από τα έξι αυτά κονσέρτα έχει διαφορετική ενορχήστρωση και διαφορετικό συνδυασμό στα σόλο όργανα. Μάλιστα στο έκτο κονσέρτο δεν υπάρχουν καθόλου βιολιά(!) ενώ στο πέμπτο συναντάμε κατά πολλούς τη πρώτη μορφή κατέντζας με τα πολλά και δεξιοτεχνικά μέτρα σόλο του τσέμπαλου. Η αντιπαράθεση και οι εναλλαγές στα θέματα μεταξύ concertino και ripieno (αλλά και μεταξύ των σόλο οργάνων) με τη μορφή ερώτησης – απάντησης, προσδίδουν στα έργα αυτά πλούσια ηχοχρώματα και ξεκάθαρες μελωδικές γραμμές.
Μα αυτό δεν αναζητάμε και εμείς όταν προσπαθούμε να καταλάβουμε τη μουσική του Μπαχ στη μονοδιάστατη μορφή του ενός πενταγράμμου της κιθάρας;
Παρόμοιες ιδέες αριστοτεχνικά κρυμμένες περιμένουν να τις ανακαλύψουμε σαν να χρωματίζουμε τις φωνές στη παρτιτούρα με διάφορα ξεχωριστά χρώματα!. Χρειάζεται επομένως να αφήσουμε την φαντασία μας να τα χρησιμοποιήσει όπως ένας ζωγράφος χρησιμοποιεί τις ακριβείς αναλογίες για να πετύχει την απόχρωση που θέλει, ώστε το παίξιμό μας να είναι πάντα πλούσιο και ενδιαφέρον.
Εδώ είναι καλό να υπενθυμίσω ότι η κιθάρα διαθέτει τη μεγαλύτερη ποικιλία ηχοχρωμάτων από κάθε άλλο μουσικό όργανο και είναι απορίας άξιο πώς αρκετοί από τους σημερινούς κιθαριστές δεν αξιοποιούν αυτό το πλεονέκτημα του οργάνου με δεδομένο ότι στη μουσική του Μπαρόκ κυριαρχούν τα στολίδια και τα παντός είδους ποικίλματα. Είναι πράγματι αξιοπερίεργο πως κάποιοι κιθαριστές κάνουν ό,τι μπορούν για να μιμηθούν το πιάνο περιορίζοντας τα χαρίσματα του δικού τους οργάνου, μη αξιοποιώντας τα ηχοχρώματα, αφαιρώντας τα λεγκάτι κλπ.
Ο Μπαχ απλόχερα μας δείχνει τον τρόπο στα Βραδεμβούργια Κονσέρτα γι αυτό και είναι μια πολύ καλή αρχική επιλογή για την διεύρυνση του μουσικού μας ορίζοντα και την εξοικείωσή μας στη μουσική του. Τα Βραδεμβούργια Κονσέρτα μπορούν να μας τροφοδοτήσουν με ένα πλούτο από ιδέες ώστε να βρούμε αντιστοιχίες μεταξύ αυτών και των κιθαριστικών έργων, προσεγγίζοντας έτσι με διαφορετική και πιο πολύπλευρη αντίληψη τα έργα στην κιθάρα.
Είναι εφικτό λοιπόν να παίζουμε τα έργα του Μπαχ στην κιθάρα;
Μα φυσικά ναι εφόσον δεν φταίει η κιθάρα, όπως δεν φταίει το πιάνο ή οποιοδήποτε άλλο μη εποχής όργανο. Άλλωστε αν δεν μας έθεταν το ερώτημα δύσκολα θα είχαμε αναρωτηθεί από μόνοι μας!
Τις κρύες λοιπόν μέρες αυτού του χειμώνα ας χαμηλώσουμε τα φώτα, ας ανάψουμε το τζάκι (!) και μερικά κεράκια, και ας αφήσουμε τη μουσική του Μπαχ να μας ζεστάνει!
Θα κάνει καλό και σε μας αλλά και σ’ αυτούς που μας ακούνε..!
Μανώλης Βροντινός
vrontinos@tar.gr
(Ιανουάριος 2007)

