Θα μπορέσουν τελικά τα ρομπότ να παίξουν κιθάρα;
(Του Κώστα Γρηγορέα)
Σύμπτηξη σε μορφή άρθρου της Διάλεξης στο 33ο Φεστιβάλ Κλασικής Κιθάρας Πάτρας, 2006

Μιλώντας σε κοινό ενός φεστιβάλ κλασικής κιθάρας, η ερώτηση αυτή ακούγεται σχεδόν ρητορική. Σχεδόν προσβλητική. Η απάντηση φαίνεται έτοιμη πριν τελειώσει η πρόταση: «Όχι. Αυτό είναι παράλογο.»
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι κυριολεκτικό. Το ρομπότ εδώ είναι μεταφορά — για κάθε μηχανισμό, ψηφιακό ή έμψυχο, που παράγει μουσική χωρίς να τη βιώνει.
Και σήμερα αυτός ο μηχανισμός έχει όνομα: τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως κι αν έχει όμως, υπάρχει λόγος για αυτή την αντίδρασή σας. Όταν μιλάμε για κλασική κιθάρα, δεν μιλάμε απλώς για ήχο. Μιλάμε για αφή, για το δάχτυλο που ακουμπά τη χορδή, για ένα σώμα που γέρνει πάνω στο όργανο και αντιλαμβάνεται τις δονήσεις. Για κάτι βαθιά σωματικό και ανθρώπινο.
Κι όμως — η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, δεν είναι ένα ναι ή ένα όχι. Ζούμε σε μια εποχή που η τεχνολογία εξελίσσεται με τρόπο που κάθε λίγους μήνες κάτι που φαινόταν αδύνατο γίνεται πραγματικότητα.

Μέρος Πρώτο: Όταν η τεχνολογία απελευθερώνει
Υπήρξε εποχή — όχι και τόσο μακρινή — όπου για να οργανωθεί μια συναυλία ή ηχογράφηση χρειαζόταν μια ολόκληρη μικρή «στρατιά» ανθρώπων: αντιγραφείς, διορθωτές, μουσικοί βοηθοί. Άνθρωποι που έγραφαν τα μέρη στο χέρι, τα δοκίμαζαν, τα διόρθωναν, τα ξαναέγραφαν. Και εάν συμμετείχες σε αυτή τη διαδικασία — τόσα χέρια, τόσες παρεμβάσεις — δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτιόσουν: είναι πραγματικά ένας ο δημιουργός; Σήμερα, ένα πρόγραμμα παρτιτούρας τα παρακάμπτει όλα αυτά. Γράφεις, ακούς αμέσως, διορθώνεις, πειραματίζεσαι ακούγοντας το έργο σε ένα αξιοπρεπές ψηφιακό demo.
Αυτό που κάποτε απαιτούσε εβδομάδες είναι τώρα άμεσο. Τεράστια οικονομία δημιουργικής ενέργειας — και, ίσως σπουδαιότερο, μια πιο τίμια εκπροσώπηση του πραγματικού δημιουργού.
Και σε αυτό το αποτέλεσμα, προστέθηκαν και θαυμάσια ηχητικά εργαλεία που συμπληρώνουν την τελική παρουσίαση με ήχους και εφέ. Αλλά και αυθεντικά ηλεκτρονικά όργανα που εμπλουτίζουν την εκφραστική παλέτα του σύγχρονου μουσικού δημιουργού.
Ακόμα μεγαλύτερη αλλαγή όμως έγινε στην ηχογράφηση.
Ας πάρουμε ένα χαρακτηριστικό για εμάς τους εκτελεστές μουσικούς παράδειγμα. Το να ηχογραφήσεις ένα σόλο άλμπουμ ήταν κάποτε σχεδόν απρόσιτο — δεν αρκούσε να είσαι καλός μουσικός, έπρεπε να έχεις τις σωστές γνωριμίες ή να κερδίσεις έναν σπουδαίο διαγωνισμό. Και όταν η ευκαιρία ερχόταν, ερχόταν μαζί με άγχος: ένα σόλο ρεσιτάλ σε λίγες ώρες στούντιο, χωρίς περιθώριο λάθους, χωρίς δεύτερη ευκαιρία. Αυτή η ένταση επηρέαζε τα πάντα — τον ήχο, την τεχνική, ακόμα και τη μουσικότητα.
Σήμερα, ό,τι κάποτε ήθελε δύο δωμάτια εξοπλισμού και πολλές χιλιάδες ευρώ χωράει σε μια μικρή βαλίτσα. Ο μουσικός μπορεί να ηχογραφήσει, να διορθώσει, να επαναλάβει — να φτάσει ακριβώς εκεί που θέλει. Και μετά να εκδόσει, χωρίς εμπόδια, τη μουσική στις πάμπολλες πλατφόρμες μουσικής διανομής.
Η τεχνολογία λοιπόν εδώ, είναι «θείο δώρο»: η δυνατότητα να λειτουργείς «σαν ζωγράφος στο στούντιό του», να δημιουργείς στον χώρο σου και να φτάνεις σε τελικό αποτέλεσμα, χωρίς να εξαρτάσαι από τα πολλαπλά στάδια μιας πολλές φορές όχι ελεγχόμενης παραγωγής.
Αλλά και η μουσική εκπαίδευση απέκτησε πολλά χρήσιμα τεχνολογικά εργαλεία για αποδοτικότερη μελέτη αλλά και κατανόηση των τεχνικών και θεωρητικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει όποιος θέλει να εμβαθύνει και να βελτιώσει την κατανόηση και επίδοση.
Αυτή λοιπόν, με δυο λόγια, είναι η αδιαμφισβήτητα θετική πλευρά της τεχνολογίας στον δικό μας χώρο, αυτόν της εργοκεντρικής μουσικής. (Το να ασχοληθούμε με την εκρηκτική και πολύπλευρη επίδραση της στην εμπορική μουσική δεν είναι φυσικά κάτι που ενδιαφέρει τη συζήτησή μας.)

Μέρος Δεύτερο: Εκεί που τα πράγματα περιπλέκονται
Άλλο πράγμα είναι όμως να χρησιμοποιείς ένα εργαλείο για να εκφραστείς εσύ, και άλλο το εργαλείο να εκφράζεται αντί για σένα.
Αν κοιτάξουμε σήμερα τον χώρο της μουσικής παραγωγής — στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση, στις πλατφόρμες streaming — θα παρατηρήσουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της μουσικής που ακούμε δεν προέρχεται από φυσική ορχήστρα. Οι περισσότεροι συνθέτες φτιάχνουν ακόμη και μια ολόκληρη ορχήστρα ψηφιακά, και μόνο για κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό — ένα σόλο, μια ατμοσφαιρική λεπτομέρεια — χρησιμοποιούν κάποιο φυσικό όργανο. Και πολλές φορές το αποτέλεσμα είναι σωστό: αν το ακούσεις μέσα στη συνολική παραγωγή, δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τη διαφορά.
Το υλικό αυτό δεν είναι «ψεύτικο» με την απλή έννοια — βασίζεται σε αληθινές ψηφίδες ήχου από πραγματικά όργανα και σε κωδικοποιημένα ερμηνευτικά κλισέ από πραγματικές μουσικές εκτελέσεις. Το πρόβλημα όμως είναι αλλού: όσο περισσότερο χρησιμοποιούνται τα ίδια εργαλεία, τόσο περισσότερο διαμορφώνεται ένας κοινός ήχος, ένα κοινό αισθητικό αποτέλεσμα. Οι ευκολίες οδηγούν σε έτοιμα μουσικά κλισέ με εγγυημένη επιτυχία. Και αυτό έχουμε αρχίσει να το νιώθουμε: μουσικά έργα που ακούγονται παρόμοια — όχι γιατί οι δημιουργοί δεν έχουν ταλέντο, αλλά γιατί τα εργαλεία τους είναι ίδια, οι βιβλιοθήκες ήχων ίδιες, και η αγορά καθοδηγεί στο εύκολα εφικτό επιτυχημένο μοντέλο. Σε τελική ανάλυση, αυτό που ξεκίνησε ως βοηθητικό μέσο, τείνει πλέον να γίνει ο πρωταγωνιστής.
(Σημείωση: «Μοντέλο» ονομάζεται και το «μυαλό» ενός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης — το σύνολο δεδομένων, κανόνων και εκπαίδευσης που καθορίζουν τον τρόπο που «σκέφτεται» και παράγει αποτελέσματα. Στη μουσική, ένα τέτοιο μοντέλο έχει εκπαιδευτεί σε τεράστιες ποσότητες μουσικού υλικού και μπορεί να αναλύει, να προτείνει και να δημιουργεί με βάση αυτή τη γνώση.)
Παραθέτω δύο αποκαλυπτικά θετικά παραδείγματα του παρελθόντος σχετικά με τη σωστή χρήση διαφορετικών δημιουργικών εργαλείων: Ο κινηματογραφικός συνθέτης John Williams γράφει τη μουσική για τον Πόλεμο των Άστρων (1977) με τεράστιο κόστος παραγωγής και με χρήση ολόκληρης συμφωνικής ορχήστρας, και όχι μόνο. Την ίδια σχεδόν εποχή (1981), ο Βαγγέλης Παπαθανασίου γράφει τους Δρόμους της Φωτιάς αποκλειστικά στο στούντιό του, μόνος, με τα ηλεκτρονικά του όργανα. Και οι δύο βραβεύτηκαν, και οι δύο δημιούργησαν έργο που άντεξε στον χρόνο — το καθένα στο είδος του είναι κορυφαίο. Το κοινό τους στοιχείο: ήταν αυτοί που κρατούσαν τον απόλυτο έλεγχο των εργαλείων που επέλεξαν, ήταν οι πραγματικοί δημιουργοί ήχων και ιδεών. Τα έργα τους μπορούν πλέον να θεωρηθούν κλασικά.

Μέρος Τρίτο: Η εποχή της πλήρους εξαπάτησης
Το «ρομπότ» του τίτλου, όμως, δεν έχει χέρια — έχει απίστευτα εξελιγμένους αλγόριθμους.
Οπότε, φτάνουμε στην εκπληκτική εξέλιξη του σήμερα: συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που μπορούν να παράγουν μουσική από το μηδέν, σχεδόν χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, χρησιμοποιώντας ψηφιακά μοντέλα εκπαιδευμένα σε έναν ωκεανό ανθρώπινων μουσικών δημιουργημάτων. Μπορείς να πεις στο σύστημα: «Πάρε αυτό το κομμάτι και κάν' το jazz.» Ή: «Φτιάξε κάτι στο ύφος του ρεμπέτικου.» Και το σύστημα δίνει αποτέλεσμα — ολοκληρωμένο, πειστικό για τον μέσο ακροατή.
Ένας καλός μουσικός μπορούσε πάντα να κάνει κάτι παρόμοιο — να μεταφέρει ένα θέμα σε άλλο ύφος. Το καινούριο είναι ότι τώρα αυτό γίνεται χωρίς τον μουσικό, και το αποτέλεσμα έρχεται ολοκληρωμένο. Και τα social media έχουν κατακλυστεί από τέτοια κατασκευάσματα. Όπως σήμερα μπορούμε να δούμε βίντεο όπου ένας πολιτικός λέει πράγματα που ποτέ δεν είπε, το ίδιο συμβαίνει τώρα και με τη μουσική. Δεν αμφιβάλλω ότι σύντομα, εάν κάποιος βασίζεται μόνο στα τεχνικά στοιχεία — σύνθεσης, παραγωγής, ενορχήστρωσης — θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψει το ποσοστό αυθεντικότητας, ενός ψηφιακού μουσικού δημιουργήματος. Μόνο η αισθητική προσέγγιση ενός μουσικά μορφωμένου ακροατή θα μπορεί να ανακαλύψει την εξαπάτηση.
Το ερώτημα όμως παραμένει: σε μια τέτοια εποχή, ποιος μπορεί να είναι ο πραγματικά δημιουργικός ρόλος του εκτελεστή μουσικού; Και εάν δεχτούμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ως βοηθητικού εργαλείου μπορεί να εξυπηρετήσει τον μουσικό, τι γίνεται όταν αυτή αποκτά τη δυνατότητα να τον αντικαθιστά μερικώς ή και πλήρως;

Μέρος Τέταρτο: Η αξία του αυθεντικού και ο μουσικός ως φορέας του
Μέσα από αυτά τα δυστοπικά μονοπάτια φτάνουμε σε ένα συμπέρασμα που είναι — κατά περίεργο τρόπο — αισιόδοξο.
Θυμάστε την πρώτη φορά που είδατε μια γάτα να ανοίγει μια πόρτα; Γελούσατε, γιατί ήταν ένα αληθινό γεγονός — η γάτα τα κατάφερε, ξεπέρασε τα όριά της. Τώρα κυκλοφορούν βίντεο με γάτες που κάνουν καράτε και παίζουν πιάνο. Σχεδόν κανείς δεν ασχολείται πια. Γιατί η συγκίνηση και ο θαυμασμός χρειάζονται αλήθεια.
Υπάρχει πάντα ένα μουσικό κοινό — που όμως δυστυχώς δεν είναι το μεγαλύτερο — που αναζητά το αληθινό. Που πηγαίνει στη συναυλία ακριβώς επειδή ξέρει ότι αυτό που θα ακούσει δεν μπορεί να είναι προκατασκευασμένο. Αυτό το κοινό υπήρχε πάντα. Και η δουλειά μας είναι να το συντηρούμε, να το καλλιεργούμε, να το μεγαλώνουμε.
Βασικό μας επιχείρημα το ότι η Τέχνη είναι ανθρωπινη δράση και ανθρώπινη ανάγκη. Τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την παρουσία ενός ανθρώπου πάνω στη σκηνή ο οποίος παίζει εκείνη τη στιγμή — χωρίς επεξεργασία, χωρίς διόρθωση, χωρίς δεύτερη ευκαιρία. Πρέπει να ξαναθυμίσουμε σε όλους ότι η συγκίνηση λειτουργεί αλλιώς από τον εντυπωσιασμό. Χρειάζεται αλήθεια. Και αυτό που συμβαίνει σε μια σκηνή δεν επαναλαμβάνεται, δεν κατασκευάζεται, δεν κωδικοποιείται.
Όμως και η ηχογράφηση (ή και βιντεοσκόπηση) έχει τη δική της πολύτιμη αλήθεια. Δεν είναι απλώς αποτύπωση — είναι καταγραφή μιας στιγμής που δεν ξαναγίνεται. Εκείνη η ερμηνεία, εκείνη τη μέρα, με εκείνη την ψυχολογία και εκείνες τις επιλογές. Δεν επαναλαμβάνεται, δεν κατασκευάζεται, δεν κωδικοποιείται. Αυτό που τη διακρίνει από μια τεχνητή παραγωγή δεν είναι η τεχνική αρτιότητα — είναι η ανθρώπινη παρουσία που έχει μείνει μέσα της. Και μένει εκεί για πάντα.
Ζούμε σε μια εποχή με πάρα πολλούς μουσικούς εξαιρετικής τεχνικής — απίστευτη ταχύτητα, απόλυτη καθαρότητα, τεχνική αρτιότητα, ερμηνεία με άψογα ερμηνευτικά κλισέ. Η τεχνολογία έχει παίξει και σε αυτό τον ρόλο της: ποτέ δεν ήταν τόσο προσβάσιμη η μουσική κατάρτιση — ούτε τόσο μελετημένη η φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος και οι δυνατότητες βελτίωσης των επιδόσεών του. Ο χώρος έχει κατακλυστεί από κιθαριστές, βιολιστές, πιανίστες που εκτελούν έργα με ταχύτητες και εφέ που προκαλούν δέος. Κι όμως — αυτό δεν είναι απαραίτητα τέχνη. Η τέχνη απαιτεί έναν άνθρωπο που ζει, που βιώνει, που έχει κάτι να πει. Που έχει αφήσει και άλλες τέχνες να τον αγγίξουν. Ένας καλλιτέχνης χρειάζεται χρόνο — όχι μόνο για να μελετήσει, αλλά και για να ακούσει, να διαβάσει, να ταξιδέψει, να ερωτευτεί, να ζήσει.
Ένας «μουσικός επιδόσεων» που δεν έχει ζήσει και δεν έχει καλλιεργηθεί, ακόμη και αν είναι ταλαντούχος, δεν έχει τίποτα ουσιαστικό να πει — έστω και αν "παίζει τέλεια". Άλλωστε, αυτό πολύ σύντομα, θα μπορεί να το κάνει και μια μηχανή — ίδια και απαράλλαχτα, και αναπόφευκτα κάποια στιγμή πολύ καλύτερα, μιας και η μηχανή δεν έχει τα ανθρώπινα όρια. Ίσως εδώ είναι που, παράδοξα, η τεχνητή νοημοσύνη θα λειτουργήσει θετικά: θα αφαιρέσει από το προσκήνιο τη στείρα επίδειξη επιδόσεων και θα μας αναγκάσει να επιστρέψουμε στην ουσία — στο γιατί παίζουμε, στο τι θέλουμε να εκφράσουμε.
Αυτό που τελικά απομένει — και είναι το πιο δύσκολο — είναι να απαντήσει ο καθένας μας στο ερώτημα: τι έχω εγώ να πω; Όχι τι μπορώ να παίξω, όχι πόσο γρήγορα ή καθαρά. Αλλά τι έργα έχω να προτείνω και τι ερμηνευτική άποψη για αυτά φέρω μαζί μου στη σκηνή ή στην ηχογράφηση που δεν μπορεί να το φέρει κάποιος άλλος. Ποια είναι η δική μου φωνή — όχι ως δαχτυλική ή ερμηνευτική τεχνική, αλλά ως ανθρώπινη παρουσία. Και αυτό δεν απαντιέται με περισσότερη μελέτη. Απαντιέται με περισσότερη καλλιέργεια και εμπειρία ζωής.

Μέρος Πέμπτο: Το κοινό που πρέπει να φτιάξουμε
Όλα αυτά όμως δεν αφορούν μόνο τους μουσικούς. Αφορούν και εκείνους για τους οποίους παίζουμε.
Υπάρχει μια διάσταση αυτής της συζήτησης που συχνά αγνοούμε: η μουσική παιδεία του κοινού. Ο απαίδευτος ακροατής δεν μπορεί να αντιληφθεί τίποτα από αυτά για τα οποία μιλάμε. Δεν μπορεί να διακρίνει την αυθεντική ερμηνεία από την τεχνικά άρτια αλλά κενή εκτέλεση. Δεν μπορεί να καταλάβει γιατί ένας μουσικός μόνος του με μια κιθάρα μπορεί να είναι ασύγκριτα πιο ουσιαστικός ή και εντυπωσιακός από μια πληθωρική παραγωγή. Δεν μπορεί να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα σε ένα έργο που έχει κάτι να πει και σε ένα κατασκεύασμα τεχνητής νοημοσύνης που απλώς ακούγεται ελκυστικό.
Αυτός ακριβώς ο απαίδευτος ακροατής είναι ο φυσικός «πελάτης» όλων των φθηνών μουσικών κατασκευασμάτων. Είναι αυτός που θα τσιμπήσει στο δόλωμα. Που θα πιστέψει ότι η γάτα παίζει πιάνο. Που θα ακούσει ένα κομμάτι ή ένα τραγούδι φτιαγμένο από αλγόριθμο και θα πει «τι ωραίο».
Ο μουσικά αμόρφωτος ακροατής δεν έχει τα εργαλεία να αντισταθεί στην ισοπέδωση — γιατί δεν γνωρίζει τι χάνει.
Και εδώ είναι που η ευθύνη μας ως εκπαιδευτικοί και ως μουσικοί γίνεται τεράστια. Δεν αρκεί να φτιάχνουμε καλούς μουσικούς. Πρέπει να φτιάχνουμε και καλούς ακροατές. Να μαθαίνουμε στον κόσμο πώς να ακούει, πώς να διακρίνει, πώς να αναγνωρίζει αυτό που είναι αληθινό. Πώς να ξεχωρίζει μια ερμηνεία που έχει αποτυπωμένη πάνω της μια ζωή, από μια εκτέλεση που απλώς είναι αψεγάδιαστη. Πώς να αντιλαμβάνεται γιατί η απλότητα ενός μουσικού μόνου στη σκηνή μπορεί να είναι πιο ισχυρή από χίλια εφέ. Οπότε δεν είναι μόνο ο ταλαντούχος μαθητής το ανικείμενό μας, είναι οποισδήποτε αγαπά την τέχνη μας.
Αυτή η δουλειά πρέπει να γίνεται στα ωδεία, στα σχολεία, στις αίθουσες συναυλιών, στις συνομιλίες μετά από ένα ρεσιτάλ. Πρέπει να γίνεται κάθε φορά που ένας δάσκαλος εξηγεί στον μαθητή του γιατί ένα κομμάτι είναι σπουδαίο — όχι απλώς πόσο δύσκολο είναι. Γιατί αν δε φτιάξουμε εκπαιδευμένους ακροατές, όλα αυτά — η αυθεντικότητα, η προσωπική φωνή, η αξία της ζωντανής εκτέλεσης — θα παραμείνουν ωραίες συζητήσεις σε καλλιτεχνικές παρέες, ανάμεσα σε ανθρώπους που ήδη καταλαβαίνουν. Και ο κόσμος έξω θα συνεχίσει να καταναλώνει ό,τι του σερβίρουν οι αλγόριθμοι.
Η μουσική παιδεία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η μόνη πραγματική άμυνα απέναντι στην ισοπέδωση — αλλά και η υγιής διαδικασία που εξασφαλίζει την επαγγελματική επιβίωση του μουσικού σε μια εποχή που η τεχνολογία του περιορίζει τον ρόλο, καλύπτοντας πολλές από τις μη απαιτητικές ανάγκες του χώρου.

Επίλογος: Λοιπόν — θα παίξουν τελικά τα ρομπότ κιθάρα;
Η απάντηση στο κυριολεκτικό ερώτημα — αν δηλαδή ένα μηχανικό χέρι μπορεί να πατήσει σωστά τις χορδές — είναι: ναι.
Αλλά αυτό ήταν πάντα το λιγότερο ενδιαφέρον μέρος της ερώτησης.
Τεχνικά, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην μπορέσουν, ακόμη και κυριολεκτικά — ένα ρομπότ που πιάνει τις χορδές με ακρίβεια, πατά τις νότες σωστά, παίζει σε ταχύτητες που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια. Και για κάποια είδη μουσικής — χορευτική, ambient, εμπορικά soundtracks, διαφημίσεις, video games — αυτό μπορεί να είναι και επαρκές, με σοβαρές βέβαια συνέπειες για τους επαγγελματίες, όπως ήδη συμβαίνει σε άλλες τέχνες (γραφίστες, animation, φωτογράφοι κλπ).
Όμως το πραγματικό ερώτημα για εκείνους που ασχολούνται με την εργοκεντρική μουσική δεν ήταν ποτέ αυτό. Το ερώτημα ήταν: θα μπορέσουν ποτέ τα μηχανήματα αυθεντικά να συγκινηθούν και να συγκινήσουν;

Κάποιοι θα πουν: γιατί όχι;
Αν η συγκίνηση είναι απλώς χημεία εγκεφάλου, μοτίβα αναγνώρισης, αλληλουχία ερεθισμάτων — τότε ίσως κάποτε να κωδικοποιηθεί και να αναπαραχθεί χωρίς να διακρίνεται. Όμως η συγκίνηση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα. Είναι ανθρώπινη στιγμή. Είναι παρουσία. Είναι το ότι ξέρεις πως εκεί, μέσα σε αυτόν τον ήχο — είτε τον ζεις επί τόπου είτε τον συναντάς ηχογραφημένο — υπήρξε κάποτε ένας άνθρωπος εκτεθειμένος, εύθραυστος, που αποφάσισε να δημιουργήσει αυτή τη νότα να υπάρξει έτσι, ακριβώς έτσι.
Δεν είναι μόνο ήχος. Είναι ίχνος μιας πράξης που συνέβη. Και σε αυτό το ίχνος γεννιέται αυτό που λέμε τέχνη.
Ναι, τα ρομπότ θα παίξουν και κιθάρα. Θα μιμηθούν τις κινήσεις, θα αντιγράψουν τις αποχρώσεις, θα ξεγελάσουν το αυτί. Αλλά ο κόσμος δεν θα σταματά ποτέ μπροστά σε αυτά. Θα σταματά μόνο μπροστά σε αυτό που κουβαλά ακόμη το ίχνος μιας ανθρώπινης απόφασης.
Γιατί αυτό δεν είναι μόνο δεξιοτεχνία.
Είναι η παρουσία. Και η παρουσία δεν προγραμματίζεται.

Κώστας Γρηγορέας
Κιθαριστής, Συνθέτης
grigoreas.gr
Πάτρα, Απρίλιος 2026
*******************
Τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας
(Το περιεχόμενο του κειμένου, το φωτογραφικό, βιντεογραφικό ή ηχητικό υλικό καθώς και η επιμέλεια του άρθρου είναι ευθύνη του συγγραφέα)
| Το TaR, εκπληρώνοντας το όραμα του ιδρυτή του Νότη Μαυρουδή (1945-2023), συνεχίζει να λειτουργεί ως μία ελεύθερη και αυστηρά μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα, που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία και στην εγκυρότητα των συνεργατών του. Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους, διορθωτές κλπ, άρα δεν έχει την υποδομή και τους πόρους ώστε να ελέγχει την ακρίβεια των πληροφοριών και την πνευματική ιδιοκτησία του υλικού που παρατίθεται (κειμένου, εικόνων, βίντεο, ηχογραφήσεων κλπ). Βασίζεται αποκλειστικά στην καλή πίστη του αρθρογράφου, ο οποίος είναι ο υπεύθυνος για τις απόψεις του και για το υλικό που επιλέγει, από το προσωπικό του αρχείο. Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι θίγεται από την χρήση πληροφοριών και υλικού παρακαλείται να το δηλώσει άμεσα ώστε να γίνει άμεση διόρθωση (tar.onlinemag@gmail.com). Το TaR έχει ως στόχο να στηρίξει την ποιοτική μουσική δημιουργία κι όχι να θίξει με οποιονδήποτε τρόπο τους δημιουργούς και το έργο τους. Επίσης, η πληροφόρηση που το TaR παρέχει σχετικά με συναυλίες, εκδόσεις, σεμινάρια, διαγωνισμούς, φεστιβάλ κλπ εξαρτάται αποκλειστικά από τις πληροφορίες που παρέχουν οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες και το TaR τις δημοσιεύει πάντα "καλή τη πίστει". Το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες και βασίζεται στην βοήθεια των αναγνωστών ώστε να διορθώνονται τα όποια προβλήματα. Διαχειριστής: Κώστας Γρηγορέας Ιδρυτής: Νότης Μαυρουδής |

![ΡΟΗ ΕΣΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, ΜΟΥΣΙΚΟ (Μέρος Δ) [Του Αντώνη Πλέσσα]](content/data/multimedia/images/Untitled--1.jpg)
![ΡΟΗ ΕΣΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, ΜΟΥΣΙΚΟ (Μέρος Γ) [Του Αντώνη Πλέσσα]](content/data/multimedia/images/Untitled-1-.png)
![ΡΟΗ ΕΣΟΔΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ, ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ, ΜΟΥΣΙΚΟ (Μέρος B) [Του Αντώνη Πλέσσα]](content/data/multimedia/images/bb.jpg)
.jpg)
![ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΡΟΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ [Μέρος Γ] (του Αντώνη Πλέσσα)](content/data/multimedia/images/Untitled-1_13.gif)
![ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΡΟΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΧΡΗΣΕΙΣ ΜΟΥΣΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ [Μέρος Β] (του Αντώνη Πλέσσα)](content/data/multimedia/images/Untitled-2_6.jpg)