Διαδικτυακό περιοδικό Μουσικής TAR - ΚΙΘΑΡΑ & ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ
TRANSLATE this page:
 αρχική     προφίλ     ιστολόγια    επικοινωνία        RSS FEEDS           
GR CY

<< ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ >>
Επιμέλεια: Τίνα Βαρουχάκη



 

Tar Logo

| More
Home » ΣΤΗΛΕΣ » Μουσικές Αναφορές (Ε. Αγραφιώτη) & Home » ΑΡΘΡΑ (χρονολογικά) & Home » ΑΡΘΡΑ (θεματολογικά) » Παλαιά Μουσική & Home » ΠΡΟΣΩΠΑ » Συνεντεύξεις
  Εκτυπώστε το άρθρο

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΪΔΑΣ
ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΣΕΜΠΑΛΟΥ

Gerasimos_Choidas

Παλαιότερα είχαμε προσπαθήσει να φωτίσουμε την ωραία και δυναμική δουλειά της Γιούλης Βεντούρα με αφορμή μια ιδιαίτερη συναυλία της και σήμερα, πολύ καιρό μετά, επανερχόμαστε στους ήχους του ελκυστικού οργάνου προσκαλώντας στη σελίδα μας έναν πολύ σημαντικό και αφιερωμένο καλλιτέχνη, τον Γεράσιμο Χοϊδά.
Ο πιανίστας και τσεμπαλίστας Γεράσιμος Χοϊδάς ήρθε σε επαφή με τα ιστορικά πληκτροφόρα μετά το τέλος των σπουδών του στην Ελλάδα. Στο Βέλγιο σπούδασε τσέμπαλο και basso continuo με τους Kris Verhelst, Anne Galowich, Jos van Immerseel και εκκλησιαστικό όργανο με τους Lieven Strobbe και Joris Lejeune στο Lemmensinstituut και τη Βασιλική Μουσική Ακαδημία της Αμβέρσας. Ειδικεύθηκε στην ιστορικά τεκμηριωμένη ερμηνεία σε όργανα εποχής μελετώντας στα πληκτροφόρα του Μουσείου Vleeshuis της Αμβέρσας και ασχολήθηκε με τη μελέτη του κλάβικορντ και του φορτεπιάνο. Το ενδιαφέρον του εστιάζεται στο ρεπερτόριο του 17ου και 18ου αιώνα για τσέμπαλο αλλά και σύνολα όπου το πληκτροφόρο παίζει κυρίαρχο ρόλο, καθώς και στο πιανιστικό ρεπερτόριο του 18ου και 19ου αιώνα, το οποίο απέκτησε μια νέα διάσταση για το Γεράσιμο Χοϊδά, μετά την μελέτη σε πιάνα εποχής. Εμφανίζεται με όλα τα κορυφαία σχήματα της χώρας μας ενώ είναι γνωστός στο κοινό για τις ερμηνείες του σε έργα Μπαχ και Μότσαρτ. Διδάσκει στο Ωδείο Kodaly και στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης.

Είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε για ένα πλήθος θεμάτων που θα δώσει και στον αναγνώστη την ευκαιρία να εκτιμήσει την ποιότητα του ανθρώπου και του μουσικού, πιο κάτω. Είμαι ευτυχής γι αυτό.

Ε.Α. Το τσέμπαλο στη χώρα μας ανήκε λίγο παλαιότερα στα όργανα με τη λιγότερη προβολή και για κάποια χρόνια λίγο περισσότερο παλαιότερα μάλιστα, θυμάμαι, να είναι συνυφασμένο με τη... συντηρητική μουσική. Το ιστορικό της επιλογής του τσέμπαλου, στη δική σου περίπτωση;

Gerasimos_ChoidasΓ. Χ. Παίζοντας πιάνο από πολύ μικρός, σύντομα κατάλαβα πως η μουσική του Μπαχ μου άρεσε και με ενδιέφερε πολύ, πράγμα κάπως ασυνήθιστο μια και οι μικροί μαθητές σπάνια συμπαθούν τον Μπαχ . Μη ρωτήσεις γιατί, είναι… μια άλλη ιστορία! Έτσι, εντρυφώντας στη δισκογραφία έφτασα στο τσέμπαλο και το εκκλησιαστικό όργανο. Εκείνη την εποχή στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολο να συναντήσει κανείς ιστορικά πληκτροφόρα. Ευτυχώς ταξίδευα συχνά στο εξωτερικό όπου ζητούσα συχνά από τους γονείς μου να μπαίνουμε σε εκκλησίες για να ακούω εκκλησιαστικό όργανο. Η πρώτη μου επαφή με το τσέμπαλο ήταν το 1980 στο Τεχνικό Μουσείο του Μονάχου. Εκεί υπήρχε ένα σπινέτο σε καλή κατάσταση και ο φύλακας, βλέποντας το ζωηρό μου ενδιαφέρον, μου επέτρεψε να παίξω. Αυτή ήταν η αρχή. Αν και συνέχισα τη μελέτη του πιάνου -πάντα θεωρώ τον εαυτό μου και πιανίστα- προτιμούσα να ακούω την μπαρόκ μουσική σε τσέμπαλο. Η ελληνική μουσική εκπαίδευση και πραγματικότητα δεν προσέφερε μεγάλη επαφή με το παλαιότερο ρεπερτόριο, έτσι έπρεπε να αρκούμαι στο να ακούω δίσκους. Στην εφηβεία με συνεπήραν και τα μεγαλύτερα έργα του Μπαχ, όπως τα Πάθη, τα οποία ακόμα με απασχολούν και με στοιχειώνουν αμείωτα, μαζί με τις καντάτες. Σπουδάζοντας ανώτερα θεωρητικά, είχα την απίστευτη τύχη να έρθω σε επαφή με τον Παναγιώτη Αδάμ, με τη βοήθεια του οποίου άρχισα πια να εξερευνώ τον κόσμο της παλαιάς μουσικής. Εκείνος με παρότρυνε να βγω στο εξωτερικό και να σπουδάσω τσέμπαλο. Με βοήθησε μάλιστα να προετοιμάσω τις εισαγωγικές μου εξετάσεις στο τσέμπαλο!

Ε. Α. Με λίγα λόγια, τι είδες στο Βέλγιο που σε προσέλκυσε στο να αφιερωθείς και που δεν υπήρχε στην Ελλάδα που όλα γύρω από την παλιά μουσική τελείωναν , είναι κοινό μυστικό - στον Μπαχ και στον Σκαρλάττι;

Γ.Χ. Αρχίζοντας σπουδές στο Βέλγιο ανακάλυψα πως ο κόσμος της παλαιάς μουσικής και του τσέμπαλου κρύβει πολλά περισσότερα από ό,τι είχα φανταστεί και από ό,τι μπορεί οι περισσότεροι από εμάς να φαντάζονται. Πολύ και καλό ρεπερτόριο που στην Ελλάδα παραμένει στην αφάνεια μια και οι πιανίστες γνωρίζουν μόνο Μπαχ και Σκαρλάτι, άντε το πολύ - πολύ και Ραμώ.  Η υπέροχη  μουσική ελισαβετιανής περιόδου-16ος αι., ιταλική και γαλλική μουσική του 17ου αι., η περίφημη γαλλική σχολή του 18ου αι. με τους Couperin και Rameau αλλά και άλλους σπουδαίους, οι υπόλοιποι συνθέτες της βορειογερμανικής παράδοσης πλάι στον Μπαχ αλλά και οι ελαφρώς μεταγενέστεροι όπως οι υιοί Μπαχ και οι σύγχρονοί τους. Όλα αυτά, όχι μόνο γοητεύουν, αλλά  ανοίγουν κυριολεκτικά τα μάτια και στο πώς η μουσική έφτασε στα πιο γνωστά μας μονοπάτια, αυτά του Χάυντν, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν, ακόμη και του ρομαντισμού. Με έκαναν να δω και τη μεταγενέστερη μουσική με άλλη ματιά, όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά και σε θέματα που άπτονται της εκτέλεσης και της τεχνικής του πιάνου. Σε αυτό συνετέλεσε και η παράλληλη ενασχόληση με τα ιστορικά πιάνα (φορτεπιάνο). Με έκανε πιο συνειδητοποιημένο ιστορικά και ερμηνευτικά, και σαν αποτέλεσμα αυτού, εκτός από το τσέμπαλο, έχω και μεγάλη αγάπη στα ιστορικά πιάνα καθώς μόνο αυτά αποδίδουν τις αποχρώσεις των έργων της εποχής τους.

Ε. Α. Θα θέλαμε πολύ το να ακούσουμε από σένα τα σχετικά με το ενδιαφέρον των νέων ανθρώπων για το όργανο και την εκμάθησή του, αλλά και για το κοινό του τσέμπαλου, δηλαδή να μας ζωγραφίσεις τη συναυλιακή ατμόσφαιρα.

Γ. Χ. Το τσέμπαλο έχει «το δικό του κοινό» στην Ελλάδα. Καθώς οι συναυλίες που γίνονται με αυτό δεν είναι πάρα πολλές, βλέπεις πολύ συχνά τα ίδια άτομα, είτε παίζω εγώ είτε κάποιος καλός συνάδελφος. Εκτός όμως από το πιστό αυτό κοινό, όλοι όσοι έρχονται συγκυριακά, εντυπωσιάζονται από το όργανο και στο τέλος της συναυλίας έρχονται να ακούσουν 2 λόγια γι αυτό και να το αγγίξουν. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν συμβαίνει αυτό και μάλιστα με αυτό τον τρόπο έχουν οδηγηθεί και κάποια νέα παιδιά στο να το σπουδάσουν. Στα πλαίσια του μαθήματος πιάνου, πάντοτε βάζω τους μαθητές μου να παίξουν και λίγο στο τσέμπαλο τα ανάλογα έργα, αλλά και όταν διδάσκω σε κάποιο σεμινάριο, το παίρνω κοντά μου, κάτι που οι σπουδαστές βλέπουν με ενθουσιασμό. Δυστυχώς, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά περισσότερο σε αυτήν, υπάρχουν αρκετοί μουσικοί που αντιμετωπίζουν την ιστορικά ενήμερη ερμηνεία και τα ιστορικά όργανα με αδιαφορία αλλά και απαξίωση. Το παρήγορο είναι πως οι αντιδράσεις αυτές προέρχονται από ανθρώπους που δεν τα γνωρίζουν. Από τη στιγμή που κάποιος αποφασίσει να ασχοληθεί λίγο παραπάνω, δεν μένει ποτέ αδιάφορος!

Ε. Α. Είσαι από τους πολύ έγκυρα ενημερωμένους συναδέλφους στο θέμα της μουσικής πραγματικότητας σήμερα παγκόσμια. Θέλουμε να μοιραστείς τις ώριμες σκέψεις σου με τους αναγνώστες

Γ. Χ. Είναι γεγονός πως έχουμε μπει σε μια εποχή όπου ο πολιτισμός γενικότερα βάλλεται. Αυτό ίσως συμβαίνει όχι μόνο επειδή δεν δημιουργεί αρκετά κέρδη (όσα η ποπ κουλτούρα) αλλά ίσως και επειδή ο προσανατολισμός των κέντρων εξουσίας επιθυμεί να διαμορφώνει ανθρώπους για την παραγωγική διαδικασία και όχι να καλλιεργείται το πνεύμα. Δεδομένης και της οικονομικής ύφεσης παγκοσμίως, βλέπουμε να κλείνουν ορχήστρες και δισκογραφικές εταιρίες, να μειώνονται τα κεφάλαια για την τέχνη γενικότερα. Το επάγγελμα του μουσικού δοκιμάζεται και το κοινό, λόγω της έλλειψης πόρων αλλά και διάθεσης για προβολή, περιορίζεται. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως σε χώρες που μέχρι χθες θεωρούσαμε «καθυστερημένες», συμβαίνει το αντίθετο! Λαμπρά παραδείγματα από αυτή την άποψη η Κίνα, η Ταϊβάν αλλά και για να μην πάμε μακριά, η Τουρκία. Παρόλα αυτά, ευτυχώς ακόμη παγκοσμίως, δεν είναι λίγοι οι πολύ καλοί νέοι μουσικοί που αναδύονται σε όλα τα είδη της «κλασικής» μουσικής.

Ε. Α. Αλήθεια,  πώς κρίνεις την ελληνική μουσική κατάσταση, στις συναυλίες, στη μουσική εκπαίδευση, στην αντίληψη του κόσμου για το τι υπηρετεί η μουσική κλπ. Οι περισσότεροι από εμάς πολεμάμε με τα αδιέξοδα προσπαθώντας να κάνουμε… αρμονική επανάσταση.

Γ. Χ. Η ελληνική μουσική κατάσταση δεν είναι καθόλου κακή εν γένει, ιδιαίτερα μέσα στα χαοτικά δεδομένα μιας αδιαβάθμητης ακόμα μουσικής εκπαίδευσης και ενός θολού στάτους των μουσικών στην λαϊκή συνείδηση. Έχουμε πολλούς καλούς σολίστες και πλέον και πολύ καλούς δασκάλους, μετά την επιστροφή τους από το εξωτερικό. Έτσι ξεφύγαμε από μια παλαιότερη μουσική «παράδοση» στη χώρα μας, η οποία δεν είχε ακολουθήσει εξελικτική πορεία και είχε μείνει στις αγκυλώσεις που κυριαρχούσαν στο χώρο παγκοσμίως, προπολεμικά. Για διάφορους λόγους (εμμονές σε Εθνικές Σχολές, μουσικά Ιδρύματα χωρίς επαφή με την ευρωπαϊκή «δεξαμενή», διάφορες εθνικές ταλαιπωρίες, αδιαφορία της πολιτείας, αναπόφευκτο πατρονάρισμα από μορφές με βαρύνουσα επιρροή στο χώρο) η χώρα μας απομονώθηκε από την εξέλιξη για μεγάλο χρονικό διάστημα, κάτι που πλέον όλο και αλλάζει. Εκεί που ακόμη κάπως πάσχουμε, είναι η συλλογική δουλειά που απαιτείται σε μεγάλα ορχηστρικά σύνολα. Δυστυχώς, σε καμία εκπαίδευση, ούτε στην ωδειακή αλλά ούτε και στη βασική, δεν υπάρχει κανένα μάθημα που να διδάσκει στους Έλληνες να δρουν συλλογικά. Στο σχολείο δεν καλλιεργείται η ομαδική δουλειά και στα ωδεία δεν υπάρχουν τα μέσα και οι δυνατότητες για εκπαιδευτικές ορχήστρες. Οι όποιες προσπάθειες είναι πολύ σποραδικές και χωρίς ιδιαίτερο στόχο με εξαίρεση κάτι πολύ νέο που μένει να το δούμε. Ο λόγος για την Καμεράτα Junior, που όμως και αυτή λειτουργεί με ακροάσεις υψηλών απαιτήσεων, και ίσως καλύπτει το χώρο μιας υψηλού επιπέδου προ-επαγγελματικής ορχήστρας. Αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι πολλές ορχήστρες που θα διδάξουν στους μαθητές τον ορθό τρόπο μελέτης και συνεργασίας στα πλαίσια μιας ορχήστρας με σοβαρότητα και σύστημα από σχετικά νωρίς. Πάντως, οι ελληνικές ορχήστρες βρίσκονται σίγουρα σε τροχιά μεγάλης ανόδου όσον αφορά το επίπεδο. Νέοι καλλιτεχνικοί διευθυντές όπως ο Χριστόπουλος, ο Μιχαηλίδης, ο Πέτρου, ήδη έχουν δώσει τα δείγματα γραφής τους. Το μεγάλο κενό μιας ορχήστρας εξειδικευμένου ρεπερτορίου με όργανα εποχής καλύπτει πλέον η Καμεράτα.

Ε. Α. Στην κλίμακα της μουσικής δωματίου και του σόλο, τα πράγματα είναι αδιαμφισβήτητα πάρα πολύ καλά.

Γ. Χ.  Υπάρχουν όντως πολλά και ενδιαφέροντα σχήματα που καλύπτουν όλο τα φάσμα από την παλαιά ως τη σύγχρονη δημιουργία και δίνουν τακτικά εξαιρετικές συναυλίες. Κάποιες φορές υπάρχει μια μεγαλομανία ως προς τη διοργάνωση, με καλή πρόθεση, αυτή της καλύτερης προβολής. Εντούτοις, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει μοιραία σε αναζήτηση μικρότερων χώρων και διοργανώσεων, κάτι που δεν είναι καθόλου μα καθόλου κακό! Το απογοητευτικό είναι πως και οι πόροι που διατίθενται, όπως και τα κασέ των μουσικών, έχουν μειωθεί σημαντικά σε βαθμό που ο βιοπορισμός γίνεται πολύ δύσκολος. Το ίδιο, δυστυχώς, ισχύει και για τις ορχήστρες. Κακά τα ψέματα: ο χώρος της κλασικής μουσικής θα έχει πάντοτε περιορισμένους αριθμητικά αποδέκτες. Αυτή τη στιγμή δύο είναι οι επείγουσες προτεραιότητες: η συνειδητοποίηση από την πολιτεία πως ο πολιτισμός είναι άκρως απαραίτητος για τη διαμόρφωση ενός πολιτισμένου, ευημερούντος κράτους με ταυτότητα -και άρα και η ενίσχυσή του οικονομικά και ηθικά- και η αναγνώριση του στάτους του μουσικού ως πραγματικά έχει (και όχι ως ανειδίκευτου χειρώνακτα) με επιστέγασμα τη δημιουργία εθνικής ανώτατης μουσικής εκπαίδευσης. Διότι, ο πολιτισμός και μαζί και η μουσική, δεν είναι μόνο απόλαυση ή διασκέδαση. Είναι κυρίως καλλιέργεια.

Ε. Α. Τα όνειρα, οι σκέψεις και τα από εδώ και πέρα επαγγελματικά και καλλιτεχνικά σου βήματα;

Γ. Χ. Ήδη βρίσκομαι στη μέση κάποιας πορείας και σε μια ηλικία που το όνειρο δίνει τη θέση του στη δράση. Χωρίς αυτό να φανεί αλαζονικό,  τα νεανικά μου όνειρα πιστεύω πως πραγματοποιούνται στο βαθμό που μου αναλογεί. Έχω τη δυνατότητα να έχω ένα βήμα για να επικοινωνήσω με το κοινό παίζοντας, συμμετέχω σε σχήματα με αξιόλογους συνεργάτες, έχω καταπιαστεί με τη μουσική που αγαπώ σε βαθμό που να θεωρούμαι εξειδικευμένος, και έχω τη δυνατότητα να μεταφέρω ό,τι γνωρίζω και αγαπώ μέσω της διδασκαλίας. Παρέα με όλα αυτά, εξελίσσομαι. Έτσι, μπορώ να μιλάω για σχέδια και για όραμα. Το όραμά μου είναι να μπορώ να κάνω αυτή τη δουλειά με τρόπο που να φέρνει όσους με ακούν,  πιο κοντά στους συνθέτες και στα έργα των οποίων γίνομαι κοινωνός. Επειδή αγαπώ πολύ και τη διδασκαλία, όραμά μου είναι να γίνομαι αφορμή ώστε νέοι άνθρωποι να πλησιάζουν και να μπαίνουν στον κόσμο της μουσικής με ενδιαφέροντα, πλήρη, έγκυρα και συγκλονιστικά γι αυτούς ερεθίσματα. Όσο για συγκεκριμένα σχέδια, εκτός από τις συναυλίες ως πιανίστας και τσεμπαλίστας, επιχειρώ αυτό τον καιρό ένα νέο project. Με πολλή ανυπομονησία και ενθουσιασμό, απασχολούμαι με το στήσιμο ενός χορωδιακού συνόλου αναγεννησιακής και μπαρόκ μουσικής. Ονομάζεται Corpus Minor και αυτή τη στιγμή δεχόμαστε εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για συμμετοχή. Έχουμε ήδη αρκετές αιτήσεις, συνεχίζουμε να δεχόμαστε και νέες και ταυτόχρονα αναζητούμε έναν χώρο κατάλληλο για τις τακτικές δοκιμές. Πιστεύω πως πολύ σύντομα θα είμαστε σε θέση να ξεκινήσουμε!

Με τις πιο θερμές ευχές για την συνέχεια των μουσικών του διαδρομών αποχαιρετούμε τον εξαίρετο Γεράσιμο Χοϊδά και του ευχόμαστε το minor, ό,τι κι αν αυτό αντιπροσωπεύει στο χώρο του και στο χώρο μας, να γίνει major….

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ http://www.gerasimoshoidas.com/


Έφη Αγραφιώτη
effie.tar@gmail.com
Φεβρουάριος 2013

Επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας



| More

    - Ενημερώστε για τις εκδόσεις σας. (Στις "κυκλοφορίες" η παρουσίαση των εκδόσεων γίνεται με την επιμέλεια και ευθύνη των δημιουργών τους).
    - Ενημερώστε το TaR (webmaster.tar@gmail.com) για τις δραστηριότητές σας και για οποιαδήποτε κιθαριστικού ή γενικότερου μουσικού ενδιαφέροντος είδηση
    (Ό,τι παρατίθεται στις ενημερωτικές στήλες είναι πληροφόρηση κι όχι -κατ' ανάγκη- πρόταση του TaR)
Το TaR λειτουργεί ως μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία των συνεργατών. 
Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους και η πληροφόρηση που παρέχει μέσω των ενημερωτικών στηλών του εξαρτάται αποκλειστικά από τα δελτία τύπου που στέλνουν οι ενδιαφερόμενοι καλλιτέχνες, τα οποία και δημοσιεύει "καλή τη πίστει". Όπως είναι επόμενο όμως, το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες.
.

© TAR - Μουσικό διαδικτυακό περιοδικό
webmaster: Κώστας Γρηγορέας
διευθυντής: Νότης Μαυρουδής


εικαστική επιμέλεια, σχεδιασμός: Ειρήνη Κουρζάκη
υλοποίηση, φιλοξενία: Hyper Center