Διαδικτυακό περιοδικό Μουσικής TAR - ΚΙΘΑΡΑ & ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ
TRANSLATE this page:
 αρχική     προφίλ     ιστολόγια    επικοινωνία        RSS FEEDS           
GR CY

<< ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΤΖΕΝΤΑ >>
Επιμέλεια: Τίνα Βαρουχάκη



 

Tar Logo

| More
Home » ΣΤΗΛΕΣ » Οξύνσεις και αναιρέσεις την εποχή της…Ύφεσης (Τ. Βαρουχάκη) & Home » ΣΤΗΛΕΣ » Ελληνικής καταγωγής μουσουργοί στη διασπορά (Θ. Ταμβάκος) & Home » ΑΡΘΡΑ (χρονολογικά) & Home » ΑΡΘΡΑ (θεματολογικά) » Eλληνική Μουσική και Τραγούδι & Home » ΠΡΟΣΩΠΑ » Συνεντεύξεις
  Εκτυπώστε το άρθρο

ΘΩΜΑΣ ΤΑΜΒΑΚΟΣ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στην Τίνα Βαρουχάκη

 

Μουσικογράφος, κριτικός, ερευνητής, συγγραφέας και επίτιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, ο Θωμάς Ταμβάκος έχει συμβάλει τα μέγιστα προς την κατεύθυνση ανάπτυξης της μουσικολογικής έρευνας στην Ελλάδα. Το 1980 ιδρύει το Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου (Α.Ε.Μ.Θ.Τ.), το οποίο αποτελεί την πηγή μιας αέναης και κοπιώδους ερευνητικής προσπάθειας για την καταγραφή, ανάδειξη-τα τελευταία χρόνια δε-και ψηφιοποίηση του έργου Ελλήνων Μουσουργών. Απόρροια της έρευνάς του,  σχεδόν 3000 άρθρα, μελέτες και κριτικές προσεγγίσεις του έργου περισσότερων από 4700 Ελλήνων και Ελληνικής καταγωγής Μουσουργών.  Όπως εξηγεί ο ίδιος αναφερόμενος στο Α.Ε.Μ.Θ.Τ.: «Τα τεκμήρια που περιλαμβάνει, μετά και την ψηφιακή ενοποίηση με το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής του μουσικολόγου, ερευνητή Γιώργου Κωνστάντζου και το Αρχείο της Μουσικής Εταιρείας Αλεξανδρούπολης (υπεύθυνος: Αθανάσιος Τρικούπης) μεταδιδάκτορας μουσικολόγος, συνθέτης, πιανίστας, αρχιμουσικός) που έγινε το 2012, υπερβαίνουν τον αριθμό των 300.000».
Ο  Θωμάς Ταμβάκος  έχει συγγράψει σε συνεργασία με τους προαναφερόμενους ερευνητές, εγνωσμένης αξίας επιστημονικά πονήματα στο πλαίσιο εξαιρετικά επιμελημένων εκδόσεων. Καρποί  της  συνεργασίας τους, το πόνημα με τίτλο: «Μουσουργοί της Θράκης» (2014), το οποίο το 2017 εκδόθηκε μεταφρασμένο   στην αγγλική γλώσσα.  Εντός του 2019, επίκειται η έκδοση πονήματος με τίτλο: «Μουσουργοί της Μακεδονίας», ενώ στα σχέδια είναι και η κυκλοφορία έκδοσης «Μουσουργοί της Κύπρου».
Απόρροια των μακροχρόνιων ερευνών του, οι πάντοτε εμπεριστατωμένες διαλέξεις του, οι οποίες αποτελούν σημείο αναφοράς για το βάθος, το εύρος και την εγκυρότητά τους.  Τέτοια περίπτωση αποτελεί η εξαιρετική  διάλεξη που ο κ Ταμβάκος έδωσε τον Οκτώβριο του 2018  στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στο Μ.Μ.Α., με τίτλο: «Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων 17ος- 20ος αιώνας».   Στις 13 Φεβρουαρίου 2019,  επίκειται η παρουσίαση αντίστοιχης ομιλίας στο πλαίσιο επιστημονικής  ημερίδας, που διοργανώνει το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με κεντρικό ομιλητή τον κ. Ταμβάκο. Η  επικείμενη εκδήλωση-η οποία θα περιλαμβάνει και σύντομο μουσικό πρόγραμμα με έργα Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής μουσουργών στα Βαλκάνια-αποτέλεσε την αφορμή για τη διενέργεια αυτής της συνέντευξης.

«Από τους 195 μουσουργούς ελληνικής καταγωγής εκτιμούμε ότι μόνο οι 40 είναι σε μεγάλο ή μικρό βαθμό γνωστοί στη μουσική κοινότητα στη χώρα μας (μουσικολόγοι, μουσικοί και φιλόμουσοι), οι περισσότεροι με προέλευση την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Επίσης είναι γνωστοί περίπου 10 μουσουργοί από διάφορες βαλκανικές χώρες (Λιπάττι, Παπαντόπουλο, κ.ά.) χωρίς να είναι όμως ευρύτερα γνωστό το ότι είχαν ελληνική καταγωγή. Το ότι δεν είναι γνωστοί-είτε ως ελληνικής καταγωγής, είτε ως μουσουργοί- οφείλεται κυρίως στο μικρό έως ανύπαρκτο ενδιαφέρον της εδώ μουσικής κοινότητας για τη λόγια μουσική δημιουργία της ομογένειας εκτός συνόρων, σε συνδυασμό με την πλήρη αδιαφορία των αρμόδιων φορέων της επίσημης ελληνικής πολιτείας να ασχοληθούν με αυτό το αντικείμενο.»

 


Από τη διάλεξη που παραχώρησε ο κ. Θωμάς Ταμβάκος στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη» του Συλλόγου «Οι Φίλοι της Μουσικής» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με θέμα: «Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων 17ος- 20ος αιώνας.»

 

T.B.: Έχετε δημιουργήσει το «Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου». Πόσα χρόνια υφίσταται το αρχείο και  περίπου πόσα και τι είδους τεκμήρια περιλαμβάνει;

Θωμάς Ταμβάκος: Το Αρχείο Ελλήνων Μουσουργών Θωμά Ταμβάκου (Α.Ε.Μ.Θ.Τ.) δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 1980 από τον μουσικογράφο, κριτικό, ερευνητή, συγγραφέα και επίτιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, Θωμά Ταμβάκο αρχικά ως συλλογή φωνογραφικών δίσκων επαφής (βινυλίου) και κασετών, περιοδικών, βιβλίων και δημοσιευμάτων αναφερομένων άμεσα ή και έμμεσα στους Έλληνες δημιουργούς λόγιας μουσικής. Από το 1990 περίπου φέρει τη σημερινή ονομασία αφού το εύρος των δραστηριοτήτων του επεκτάθηκε σε όλους τους τομείς που αφορούν την καλλιτεχνική δραστηριότητα των 4.700 μουσουργών μας και απέκτησε τη γνωστή σας εξωστρέφεια με την προβολή, μέσω πολλών και ποικίλων εκδηλώσεων, της μουσικής δημιουργίας των μουσουργών μας. Τα τεκμήρια που περιλαμβάνει, μετά και την ψηφιακή ενοποίηση με το Αρχείο Ελληνικής Μουσικής του μουσικολόγου, ερευνητή Γιώργου Κωνστάντζου και το Αρχείο της Μουσικής Εταιρείας Αλεξανδρούπολης (υπεύθυνος: Αθανάσιος Τρικούπης, μεταδιδάκτορας μουσικολόγος, συνθέτης, πιανίστας, αρχιμουσικός) που ξεκίνησε το 2012 και συνεχίζεται, υπερβαίνουν τον αριθμό των 300.000. Αυτά είναι: παρτιτούρες (περίπου 70.000, εκδοθείσες από διάφορους μουσικούς οίκους, αυτόγραφες και χειρόγραφες [από αυτές 50 σε πρωτότυπη μορφή και μοναδικές]), 20.000 δισκογραφήματα κάθε μορφής, 800 βιβλία, 18.000 φωτογραφίες, 1.300 περιοδικά, 40.000 δημοσιεύματα, 8.000 προγράμματα συναυλιών, 13.000 ηχογραφημένες (σε κάθε γνωστή ψηφιακή μορφή) και 3.000 οπτικοποιημένες παρουσιάσεις έργων. Επίσης περιέχει 180.000 αταξινόμητα και διάφορα άλλα τεκμήρια. Τα αριθμητικά μεγέθη που παρατίθενται είναι με προσέγγιση της τάξης του 90-95% επειδή δεν έχει ολοκληρωθεί η πλήρη ψηφιοποίηση και είναι ανθρωπίνως αδύνατη η πλήρης καταγραφή του υλικού.  


H αφίσα της διάλεξης που έδωσε ο κ. Θωμάς Ταμβάκος στις 29 Οκτωβρίου 2018

 

T.B.: Ποιο ήταν το έναυσμα για την  έρευνα που εκπονείτε σε συνεργασία με τους Γεώργιο Κωνστάντζο και Αθανάσιο Τρικούπη, με θέμα: “Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων 17ος- 20ος αιώνας”;

Θωμάς Ταμβάκος: Η έρευνα ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια και ήταν ένα από τα 60 περίπου ερευνητικά πεδία στο πλαίσιο των εργασιών που επιτελούνται στο Α.Ε.Μ.Θ.Τ., εδώ και δεκαετίες. Το έναυσμα για την εντατικοποίηση της συγκεκριμένης έρευνας δόθηκε με τα άκρως εντυπωσιακά –για εμάς- ευρήματα που προέκυψαν κατά την εκπόνηση και συγγραφή του λευκώματος «Μουσουργοί της Θράκης» των Κωνστάντζου-Ταμβάκου-Τρικούπη που εκδόθηκε το 2014. Επίσης, η συνέχιση της έρευνας και από τους τρεις μας στο πλαίσιο της συγγραφής του νέου λευκώματος με τίτλο «Μουσουργοί της Μακεδονίας» (επικείμενη έκδοση εντός του τρέχοντος έτους), μας οδήγησε σε νέα, εξίσου εντυπωσιακά, ευρήματα. Αυτό μας έκανε να ασχοληθούμε επισταμένα και διεξοδικά με τους Έλληνες και ελληνικής καταγωγής των Βαλκανίων και μέσω εμού να κάνουμε την πρώτη παρουσίαση-ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας στη Βιβλιοθήκη «Λ. Βουδούρη» τον περασμένο Οκτώβριο. Η έρευνα βέβαια συνεχίζεται και δεν νομίζω ότι ποτέ θα τελειώσει.


Η έκδοση «Μουσουργοί της Θράκης» κυκλοφόρησε το 2014. Η αντίστοιχη στην Αγγλική γλώσσα, το 2017[1]

 

T.B.: Βρεθήκατε αντιμέτωποι με δυσκολίες, είτε από άποψη επιστημονικής μεθοδολογίας, είτε άλλους είδους, πρακτικές, οικονομικές;

Θωμάς Ταμβάκος: Οι δυσκολίες που παρουσιάστηκαν και συνεχίζουν σε ολόκληρο το φάσμα αυτής της έρευνας είναι πάρα πολλές και ποικίλες. Από την προσέγγιση στην πηγή έως και την τεκμηρίωση αντιμετωπίσαμε ανυπέρβλητα εμπόδια από τα οποία αρκετά δεν έχουμε πετύχει ακόμη να τα ξεπεράσουμε. Το κυριότερο πρόβλημα ξεκινά με την αδυναμία της φυσικής παρουσίας μας στις κατά τόπους πηγές των ευρημάτων. Ως αντιστάθμισμα επιλέξαμε να συνεργαστούμε με ικανούς μουσικολόγους, μουσικούς, ιστορικούς μελετητές και ερευνητές από διάφορες βαλκανικές χώρες οι οποίοι αποστασιοποιημένοι από εθνικιστικές και σωβινιστικές τάσεις θα μπορούσαν να μας παράξουν ασφαλείς πληροφορίες αλλά και υλικό. Συναντήσαμε πάρα πολλές δυσκολίες με τις διάφορες επίσημες και ημιεπίσημες βιβλιοθήκες, κρατικές και δημοτικές, οι περισσότερες από τις οποίες λειτουργούν (ανάλογα με τη χώρα που ευρίσκονται) με απηρχαιωμένο καθεστώς και μικρή χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας. Σχεδόν όλες οι βιβλιοθήκες στις οποίες αποταθήκαμε για τη διάθεση του υλικού τους που μας ενδιάφερε απαίτησαν οικονομικό τίμημα (δυσανάλογο μερικές φορές) το οποίο καταβάλλαμε με ίδια έξοδα. Εξίσου μεγάλες δυσκολίες αντιμετωπίσαμε και αυτό συνεχίζεται στην προσπάθειά μας αναζήτησης στοιχείων ληξιαρχικού ενδιαφέροντος όταν αποταθήκαμε στις ανάλογες υπηρεσίες των τοπικών αυτοδιοικήσεων. Μάλιστα, σε ελάχιστες ευτυχώς περιπτώσεις, η απάντησή τους ενείχε και το στοιχείο απειλής με εμπλοκή της τοπικής αστυνομίας (!) (αυτό το συναντήσαμε στο νυν Κλουζ-Ναπόκα της Ρουμανίας και στο Ζάγκρεμπ της Κροατίας). Επίσης, αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες στην προσπάθεια συνεργασίας με τις αντίστοιχες ενώσεις ή φορείς ή σωματεία μουσουργών και μουσικών (σχεδόν όλων των βαλκανικών χωρών) αλλά και με τα αντίστοιχα πανεπιστημιακά μουσικά τμήματα και ακαδημίες. Επίσης, οι κατά τόπους ελάχιστες εναπομείνασες ελληνικές κοινότητες (υπό μορφή σωματείων) δεν διέθεταν τα στοιχεία ή το υλικό που ζητήσαμε (δυστυχώς ζουν με τον νόστο του ρεμπέτικου και των τραγουδιών του Θεοδωράκη). Ως προς την επιστημονική μεθοδολογία που αναφέρετε στην ερώτησή σας, η μουσικολογική επάρκεια, δεινότητα και ικανότητα του Γ. Κωνστάντζου και του Αθ. Τρικούπη, και βεβαίως η συνεργασία με όσους σπουδαίους Βαλκάνιους μουσικολόγους συνεργαστήκαμε, βοήθησε πάρα πολύ στο να αποφύγουμε λάθη ως προς την τεκμηρίωση των ευρημάτων που αφορούσαν την ελληνική καταγωγή. Ακολουθήσαμε την ενδεδειγμένη μουσικολογική διαδικασία, βασανιστική αρκετές φορές, για την αξιοποίηση του υλικού και την τεκμηρίωσή του. Τέλος, μας βοήθησαν σε σημαντικό βαθμό κάτοχοι ιδιωτικών μουσικών αρχείων, με μερικούς από τους οποίους ήδη το Α.Ε.Μ.Θ.Τ. συνεργάζεται εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά κυρίως με τη μορφή ανταλλαγμάτων ή καταβολή οικονομικού τιμήματος. Εν κατακλείδι ο μεγάλος βαθμός των δυσκολιών που προανέφερε επικεντρώνεται στην σχεδόν παγιωμένη αντίληψη –με σωβινιστικά/εθνικιστικά χαρακτηριστικά- ότι όποιος μουσικός δημιουργός έζησε ή ζει σε κάποια από τις βαλκανικές χώρες λογίζεται αντίστοιχα ως Κροάτης, Αλβανός, Βούλγαρος, Ρουμάνος, κ.λπ. άσχετα αν η ελληνική καταγωγή σε αρκετές περιπτώσεις είναι πασιφανής. Τους είναι αδιανόητο να πιστέψουν ότι πασιφανή ελληνικά επώνυμα όπως Παπαντόπουλο, Προκοπίου, Φωτεινός, Δροσσινός, κ.λπ. ταυτίζονται με μουσικούς δημιουργούς ελληνικής καταγωγής. Αυτό είναι λογικό αφού ουδέποτε κάποιος από την Ελλάδα ενδιαφέρθηκε για τη μουσική ομογένεια στις βαλκανικές χώρες.

T.B.: Η χρονική περίοδος που μελετάτε,  εκτείνεται  από το 17ο έως και τον 20ο αιώνα. Οι Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων πώς κατανέμονται χρονολογικά;

Θωμάς Ταμβάκος: Η έρευνα ξεκινά από τον 9ο αιώνα μ.Χ.  με την Κασσιανή ως συνθέτρια λόγιας μουσικής (και όχι ως υμνωδός και μελουργός) και φθάνει έως τις μέρες μας. Επειδή τα πρώτα τεκμηριωμένα ευρήματα που αφορούν την ελληνική καταγωγή μουσουργών αρχίζουν από τις αρχές του 17ου αιώνα γι’ αυτό θέσαμε αυτόν τον αιώνα ως σημείο χρονολογικής έναρξης. Βέβαια αναζητούμε στοιχεία για τους ελάχιστους Έλληνες μουσουργούς που έζησαν μετά την Άλωση έως και τις αρχές του 17ου αι. που προανέφερα. Ως προς τη χρονολογική κατανομή των 195, έως στιγμής, μουσουργών που με ρωτάτε: στον 17ο αιώνα έχουμε 2 μουσουργούς (Κομνηνός, Γεωργικέου), 4 στον 18ο αιώνα, 58 στον 19ο αιώνα, 72 στον 20ό αιώνα, και επίσης 2 που γεννήθηκαν και έζησαν μεταξύ 18ου και 19ου και αντίστοιχα 57 μεταξύ 19ου και 20ού.     

 

T.B.: Aναφερόμενος στη γεωγραφική καταγωγή των μουσουργών των Βαλκανίων, εξάγετε το συμπέρασμα ότι στην πλειοψηφία τους προέρχονται από τη Ρουμανία. Μάλιστα, εκεί εντοπίζονται και οι περισσότεροι από τους μουσουργούς με πιθανή ελληνική καταγωγή. Πώς η εντοπιότητα, επηρεάζει το μουσικό ύφος των σωζόμενων συνθέσεων;

Θωμάς Ταμβάκος: Όπως προείπα το σύνολο των Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής μουσουργών (με τεκμηριωμένη την ελληνική καταγωγή) ανέρχεται στους 195, με την πιθανότητα όσο η έρευνα εξελίσσεται ο αριθμός να γίνει μεγαλύτερος, γιατί εικάζουμε ότι ξεπερνούν τους 230. Οι 93 από αυτούς εντοπίζονται στη Ρουμανία (σε ποσοστό 47,7% επί του συνόλου) και αυτό είναι φυσιολογικό λόγω του πολυπληθούς ελληνικού στοιχείου στη χώρα αυτή. Η μουσικολογική προσέγγιση και μελέτη των διασωθεισών συνθέσεων κατέδειξε ότι η εντοπιότητα είναι σε σημαντικό βαθμό κυρίαρχη με μοτίβα, ρυθμούς και στοιχεία από την παραδοσιακή αλλά και την εκκλησιαστική μουσική.


Έκθεση με έντυπο υλικό, όπως παρτιτούρες, εξώφυλλα βιβλίων, φωτογραφίες, αλλά και ηχογραφήματα με έργα μουσουργών των Βαλκανίων, στο πλαίσιο της διάλεξης του κ. Ταμβάκου με θέμα: «Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων 17ος- 20ος αιώνας»

 

T.B.: Στη διάλεξη που παραχωρήσατε στη Μουσική Βιβλιοθήκη «Λίλιαν Βουδούρη»,  αναφέρατε ότι οι  από τους 180 μουσουργούς που είχατε καταγράψει έως την ημερομηνία εκπόνησης της διάλεξής σας,  οι περισσότεροι εξ΄ αυτών είναι άγνωστοι. Σε ποιους παράγοντες αποδίδετε το γεγονός αυτό;

Θωμάς Ταμβάκος: Όταν έδωσα τη διάλεξη είχαμε τεκμηριώσει την ελληνική καταγωγή 180 μουσουργών, όπως τονίζετε στην ερώτησή σας. Ήδη στους επόμενους δύο μήνες καταφέραμε να βρούμε τα τεκμήρια για την ελληνική καταγωγή και άλλων 15 μουσουργών. Από τους 195 λοιπόν συνολικά μουσουργούς ελληνικής καταγωγής εκτιμούμε ότι μόνο οι 40 είναι σε μεγάλο ή μικρό βαθμό γνωστοί στη μουσική κοινότητα στη χώρα μας (μουσικολόγοι, μουσικοί και φιλόμουσοι), οι περισσότεροι με προέλευση την Ευρωπαϊκή Τουρκία (Κουνάδης, Πονηρίδης, Ψάχος, κ.ά.). Επίσης είναι γνωστοί περίπου 10 μουσουργοί από διάφορες βαλκανικές χώρες (Λιπάττι, Παπαντόπουλο, Τσελιμπιντάκε, κ.ά.) χωρίς να είναι όμως ευρύτερα γνωστό το ότι είχαν ελληνική καταγωγή. Το ότι δεν είναι γνωστοί-είτε ως ελληνικής καταγωγής, είτε ως μουσουργοί- οφείλεται κυρίως στο μικρό έως ανύπαρκτο ενδιαφέρον της εδώ μουσικής κοινότητας για τη λόγια μουσική δημιουργία της ομογένειας εκτός συνόρων, σε συνδυασμό με την πλήρη αδιαφορία των αρμόδιων φορέων της επίσημης ελληνικής πολιτείας να ασχοληθούν με αυτό το αντικείμενο. Επίσης, το ότι σημαντικός αριθμός τους και κυρίως αυτών που έζησαν πριν τον μεσοπόλεμο, δεν είναι αυτό που αποκαλούμε «μουσικοί δημιουργοί πρώτης γραμμής» ή ασχολήθηκαν δευτερευόντως με τη μουσική δημιουργία. Δυστυχώς, όπως βέβαια αυτό συμβαίνει και με πολλούς ενδημικούς μας μουσουργούς, ο πανδαμάτωρ χρόνος, τους πέρασε στη λήθη και ελάχιστοι δυστυχώς ασχολούνται μαζί τους. Τέλος, έχουμε και τις περιπτώσεις αρκετών μουσουργών ελληνικής καταγωγής που ηθελημένα ή κατόπιν ισχυρών πιέσεων λόγω του περιβάλλοντος της βιωτής τους απέκρυψαν παντελώς την προγονική καταγωγή.


T.B.: Στη διάλεξή σας αναφέρατε ότι μεταξύ των προαναφερομένων, οι 32 ήταν γυναίκες.  Θα θέλατε να μας αναφέρετε περιπτώσεις που ξεχώρισαν ως μουσικοπαιδαγωγοί ή ως συνθέτες;  

Θωμάς Ταμβάκος: Στο σύνολο των προαναφερθέντων μουσουργών εντάσσονται και 34 γυναίκες. Από αυτές ξεχωρίζουν τουλάχιστον 10 με τις περιπτώσεις της Σμαράγδας Αθανασίου (Esmeralda Athanasiu-Gardeev), της Μαρίας Κεφαλιάδη (Maria Chefaliady-Taban), της Κλημεντίνης Μπαρμπέρη (ή Mansi Barberis όπως είναι γνωστή) και της πρώτης ξαδέρφης της, της Ροδιάς ή Ροδίτσας Σούτσου (Rodica Sutu), όλων από τη Ρουμανία, να ξεχωρίζουν, λόγω των εξαιρετικών μουσικών σπουδών τους, αλλά και του λαμπρού συνθετικού και μουσικοπαιδαγωγικού έργου τους. Ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι και αυτή της Καλλιόπης Ζωγράφου με πλούσιο κυρίως μουσικοπαιδαγωγικό έργο. Όλες όσες μνημόνευσα έζησαν στη σημερινή Ρουμανία (τότε ήταν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

 

T.B.: Στο πλαίσιο αναφοράς σας σε γυναίκες συνθέτες, αναφέρατε ότι στους 8 επιζώντες περιλαμβάνεται η Αφροδίτη Κατμερίδου (Σόφια 1956 - ) η οποία ήταν η πρώτη γυναίκα συνθέτης ηλεκτροακουστικής μουσικής. Θα θέλατε να μας μιλήσετε περισσότερο γι’ αυτή τη μουσική προσωπικότητα;

Θωμάς Ταμβάκος: Στις 10 αξιόλογες γυναίκες δημιουργούς εντάσσεται και η αγαπητή φίλη Αφροδίτη Κατμερίδου, ελληνοποντιακής καταγωγής. Γεννήθηκε στη Σόφια Βουλγαρίας το 1956 όπου έκανε τις πρώτες μουσικές σπουδές της. Εκεί ασχολήθηκε με την ηλεκτροακουστική μουσική. Ήταν η πρώτη γυναίκα στη Βουλγαρία γι’ αυτό και χαρακτηρίσθηκε ως η «πρώτη κυρία της βουλγαρικής ηλεκτροακουστικής μουσικής». Στη δεκαετία του 1980 μετέβη στην Πράγα όπου έκανε λαμπρή καριέρα ως μουσικοπαιδαγωγός, κυρίως εγχόρδων. Συνέθεσε πολλά ενδιαφέροντα έργα σύγχρονης τεχνοτροπίας που φέρουν ελληνικούς τίτλους όπως το Τρίπτυχο, τη Βυζαντινή Φαντασία, τη Βιολινιάδα, τις Φωνές σε ποίηση Καβάφη και τον Διάλογο. Τώρα ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου κάνει το μεταδιδακτορικό της στη σύνθεση και παράλληλα διδάσκει σε πανεπιστημιακό μουσικό τμήμα. Εδώ –παρά και τις προσπάθειές μου- ουδέποτε έχει ερμηνευθεί έργο της. Οψόμεθα…

T.B.: Ένα από τα συμπεράσματα της έρευνάς σας, αγγίζει ένα αντικείμενο ερευνητικής διαμάχης γύρω από τη Βυζαντινή μουσική: αποδεικνύετε ότι στο Βυζάντιο συνέθεταν και κοσμική μουσική. Αναφέρετε την περίπτωση του Ιωάννη Κουκουζέλη, καθώς και της Κασσιανής, η οποία υπογραμμίσατε ότι  «θεωρείται από αρκετούς μελετητές της Μεσαιωνικής μουσικής ως “Η πρώτη μουσουργός στο χώρο της λόγιας δυτικής μουσικής”».  Με ποια επιχειρήματα θα απαντούσατε σε όλους όσοι ισχυρίζονται ότι στο Βυζάντιο δεν υπήρχε κοσμική μουσική;

Θωμάς Ταμβάκος: Δεν χρειάζεται να απαντήσω εγώ σε αυτό το εύλογο ερώτημά σας. Έχουν απαντήσει πολλοί άλλοι ειδικοί ιστορικοί μουσικολόγοι και ερευνητές, Έλληνες και ξένοι, με εξαιρετικές μελέτες που έχουν εκδοθεί, παραθέτοντας λίγα μεν, αλλά ικανά στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη κοσμικής μουσικής. Ως σημαντικότερους δημιουργούς κοσμικής μουσικής θεωρούν την Κασσιανή κατά κύριο λόγο (Βλαντιμίρ Ιβάνοβ, μέλη φωνητικού συνόλου ΒόκαΜε που είναι και μουσικολόγοι-ερευνητές της μεσαιωνικής μουσικής) και τον Ιωάννη Κουκουζέλη. Θεωρούν ότι η Κασσιανή είναι η πρώτη που εφηύρε τη Σεκουέντια που 2 αιώνες αργότερα ανέπτυξε περίτεχνα η σπουδαία Χίλντεργκαρντ βον Μπίγκεν. Περιγραφές κοσμικής μουσικής του παλατιού εντοπίζουμε επίσης σε βιβλίο του Αυτοκράτορα Κωνσταντίου Ζ' του Πορφυρογέννητου (905-959) του 10ου αιώνα. Επίσης, όργανα και σύνολα κοσμικής μουσικής απεικονίζονται σε τοιχογραφίες μοναστηριών στην Ελλάδα (Μονή Μεγάλης Λαύρας και Σταυρονικήτα, Μονή Φιλανθρωπηνών στα Ιωάννινα και Μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα) και σε εκκλησιαστικά χειρόγραφα (κώδικες). Δυστυχώς αυτοτελείς συνθέσεις κοσμικής μουσικής απαντούν σπάνια στα βυζαντινά χειρόγραφα. Από τις πηγές μας διαπιστώνουμε ότι υπήρχε πολλή μουσική σε όλες τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής των ανθρώπων της εποχής του Βυζαντίου, όπως σε χορούς, πανηγύρια, θέατρα και παντομίμες, στον ιππόδρομο, σε αθλητικούς αγώνες, δεξιώσεις και τις εκδηλώσεις του παλατιού. Τα μουσικά παραδείγματα που έχουν διασωθεί είναι μεν μονοφωνικά, αλλά η ετεροφωνία, δηλαδή η συνοδεία μιας μελωδίας με παραλλαγές της και στολίδια, ήταν γνωστή στο Βυζάντιο και χρησιμοποιούνταν. Γνωρίζουμε επίσης ότι υπήρχαν αντιφωνικές χορωδίες, τραγούδια με οργανική συνοδεία, αλλά και το εκκλησιαστικό όργανο, ως καθαρά κοσμικό όργανο (στην ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική στη χώρα μας απαγορεύονται τα όργανα, από το Βυζάντιο έως και σήμερα, κάτι που δεν μπορώ να το εξηγήσω), το οποίο και μεταφέρθηκε στη Δύση ως δώρο στον Αυτοκράτορα Πιπίνο το 757μ.Χ. Κλείνοντας, θέλω να υπογραμμίζω για μια ακόμη φορά ότι πρέπει να αρθεί η ανεξήγητα μονόπλευρη πεποίθηση ορισμένων ότι η Βυζαντινή μουσική παράδοση και, κατ’ επέκταση, ο νεοελληνικός παραδοσιακός μουσικός πολιτισμός συσχετίζεται μόνο με την ανατολή και ότι έχει υποστεί μόνο τουρκικές ή αραβοπερσικές επιδράσεις. Είναι λάθος. Η Κασσιανή, ο Κουκουζέλης, η Παλαιολογίνα (συνθέτρια την εποχή της Άλωσης) και άλλοι μουσικοί δημιουργοί γνώριζαν αρκετά για την μουσική στη Δυτική Ευρώπη (Γρηγοριανό μέλος, Σεκουέντια, κ.λπ.).  

 

T.B.: Στο πλαίσιο της διάλεξής σας, αναφέρετε ότι το κριτήριο κατηγοριοποίησης των συνθετών είναι η Ελληνική καταγωγή και όχι το αν συνέθεσαν μουσική με ελληνικά μοτίβα και ρυθμούς. Ωστόσο από τη μελέτη των συνθέσεων του σώθηκαν, παρατηρείται να κυριαρχεί η μουσική με ελληνικά μοτίβα και ρυθμούς, ή κυριαρχούν άλλα είδη;

Θωμάς Ταμβάκος: Το κριτήριο της ελληνικής καταγωγής για την κατηγοριοποίηση των ομογενών μουσουργών μας και την ένταξη στο Α.Ε.Μ.Θ.Τ. είναι το βασικό και κυρίαρχο όπως προείπατε. Όμως από τη μελέτη του διασωθέντος μουσικού έργου τους, μιας και συζητάμε για τους Βαλκάνιους συνθέτες μας, διαπιστώσαμε ότι σε πολλές συνθέσεις υπάρχουν δάνεια στοιχεία από την ελληνική μουσική (παραδοσιακή, λαϊκή, εκκλησιαστική) ενσωματωμένα σε μεγάλο ή μικρό βαθμό και με αρμονική επεξεργασία ενδιαφέρουσα ή όχι ανάλογα με τη δεινότητα και το ταλέντο του καθενός από αυτούς. Αυτή η μίξη με την ελληνική μουσική είναι κυρίαρχη στη μουσική δημιουργία 60 περίπου μουσουργών μας, ενώ απουσιάζει παντελώς στην αντίστοιχη των 40 από αυτούς. Ανάλογα με την εποχή και τη μόρφωση του καθενός, διαπιστώνουμε την πρόσληψη στοιχείων κατ’ εξοχήν από την δυτικοευρωπαϊκή λόγια μουσική (ρομαντισμός, ιμπρεσιονισμός, εξπρεσιονισμός και σειραϊσμός) τα οποία ενσωματώθηκαν στη μουσική δημιουργία. Διαπιστώνουμε επίσης την ύπαρξη μεγάλου όγκου φωνητικής μουσικής (κυρίως τραγούδια για φωνή και πιάνο, έως και τον μεσοπόλεμο) και πολλών πιανιστικών έργων.   

T.B.: Περίπου πόσες μουσικές συνθέσεις σώζονται σήμερα  και ποια  η κατανομή τους την περίοδο που μελετάτε;

Θωμάς Ταμβάκος: Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Γνωρίζουμε μεν την ύπαρξη 2.400 περίπου συνθέσεων από τους 195 μουσουργούς αλλά μόνον οι 1.100 (900 σε πλήρη μορφή και 200 σε αποσπάσματα) υπάρχουν στο ενοποιημένο Αρχείο. Κατά προσέγγιση επίσης να σας πω ότι το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής δημιουργίας χρονολογείται στην περίοδο 1860-1930.

T.B.: Αναφέρατε ότι 9 από τους εν ζωή μουσουργούς δραστηριοποιούνται στη χώρα μας. Για ποιους πρόκειται; Παρουσιάζονται έργα τους;

Θωμάς Ταμβάκος: Ως προς την ονοματολογία για τους 9 μουσουργούς που ζουν στη χώρα μας: Γιολάντα Ζάχου και Λουτσιάνα-Τζίλντα Ιωάννου από τη Ρουμανία, Αντώνης Κιουπίδης, Αλέξανδρος Μούζας, Πέτρος Τσιτσόπουλος και Δημοσθένης Φιστουρής από την Ευρωπαϊκή Τουρκία, Κωστίκας Κολλάκου και Κώστας Λώλης από την Αλβανία, και Γιάννης Ανδριώτης από τη Βουλγαρία. Τηρουμένων των αναλογιών (σε σύγκριση με τη συχνότητα παρουσίασης έργων ομοτέχνων τους στη χώρα μας) δεν μπορούμε ότι η κατάσταση είναι διαφορετική και για τους Βαλκάνιους ομογενείς μας (με την εξαίρεση ίσως του χαρισματικού και πολυπράγμονα Αλέξανδρου Μούζα).

T.B.: Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να αξιοποιηθεί αυτό το υλικό που εντοπίσατε και αναδείξατε στο πλαίσιο της έρευνάς σας;

Θωμάς Ταμβάκος: Αυτό δεν μπορώ να σας το απαντήσω εγώ. Το υλικό που πρόκυψε από την έρευνα και εντάχθηκε ήδη στο ενοποιημένο Αρχείο δεν είναι μουσειακό, ούτε είναι στην πρόθεσή μας να παραμείνει κρυφό. Το αντίθετο μάλιστα. Εξάλλου η πρώτη παρουσίαση του υλικού στη Βιβλιοθήκη «Λ. Βουδούρη» και κυρίως η δεύτερη που θα ακολουθήσει υπό τη μορφή ημερίδας στη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. στις 13 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους (εδράζεται στη Θέρμη), με την παρουσίαση και των νέων ευρημάτων, καταδεικνύει το ενδιαφέρον και των τριών μας να κάνουμε το υλικό αυτό ευρύτερα γνωστό στη μουσική κοινότητα. Αν κάποιος αρμόδιος φορέας δείξει το ανάλογο ενδιαφέρον είμαστε πρόθυμοι για συνεργασία με σκοπό την ευρύτερη γνωστοποίηση του τόσο σπουδαίου αυτού υλικού και την περαιτέρω μουσικολογική επεξεργασία του.


Ο κ. Ταμβάκος βραβεύεται από το Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. για τη σημαντική προσφορά του στη ιστορική μουσικολογική έρευνα (23/05/2017)


T.B.: Υπάρχουν κάποιοι από τους μουσουργούς που μελετήσατε που πιστεύετε ότι το έργο τους θα έπρεπε να διδάσκετε σε Ωδεία, μουσικά σχολεία και Πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας μας;

Θωμάς Ταμβάκος: Μιλάμε πάντα για τους Έλληνες των Βαλκανίων. Αφήνοντας τον Ιάννη Ξενάκη, τον Ανέστη Λογοθέτη και τον Αργύρη Κουνάδη που ήδη διδάσκονται, σε συντομία αναφέρω ότι επιβάλλεται να γίνει το ίδιο για το έργο του κορυφαίου Μπόρις Παπαντόπουλο (Χόνεφ Γερμανίας, 1906 – Ζάγκρεμπ Κροατίας, 1991). Επίσης για το έργο του Μιχαήλ-Ιωσήφ Στρατίκου, σημαντικού συνθέτη της εποχής του μπαρόκ (Ζαντάρ Κροατίας, 1728 – Σανγκουϊνέττο Ιταλίας, 1783), και τέλος του Ντίνου Λιπάττι (1917-1950), της Κλημεντίνης Μπαρμπέρη, του Γεράσιμου Δενδρινού και του Κωνσταντίνου Νοτταρά (1890-1957) πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα.

 

T.B.: Έχετε σκοπό να εκδώσετε πόνημα αναφορικά με τη μελέτη σας για τους Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργούς των Βαλκανίων;

Θωμάς Ταμβάκος: Ναι, είναι στις προθέσεις μας, εφ’ όσον τα αποτελέσματα της έρευνάς μας κριθούν ως ικανοποιητικά και ικανά προς έντυπη δημοσίευση.

T.B.: Εντός του 2019, επίκειται η έκδοση πονήματος με τίτλο: «Μουσουργοί της Μακεδονίας». Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτή την εκδοτική πρωτοβουλία;

Θωμάς Ταμβάκος: Αποτελεί τη δεύτερη συνέχεια της σειράς των λευκωμάτων που σχεδιάζουμε να συγγράψουμε και να εκδώσουμε, μετά την επιτυχή ανταπόκριση του προηγηθέντος λευκώματος «Μουσουργοί της Θράκης». Στο δεύτερο αυτό λεύκωμα, που ξεκίνησε από τις αρχές του 2018, σε γενικές γραμμές ακολουθεί τη συγγραφική δομή του πρώτου, με την παράλληλη ηχογράφηση (από τον Αθ. Τρικούπη) και μετέπειτα ενσωμάτωση συνοδευτικού δίσκου ακτίνας με έργα μουσουργών της ευρύτερης Μακεδονίας, θα υπάρχει στον, μεγαλύτερο δυνατόν βαθμό, αναφορά (υπό μορφή λημμάτων) για τους δημιουργούς λόγιας μουσικής (Θ. Ταμβάκος), εκκλησιαστικής μουσικής (Γ. Κωνστάντζος) και μουσικολογική προσέγγιση και ανάλυση της μουσικής δημιουργίας τους (Αθ. Τρικούπης). Ελπίζουμε να είμαστε έτοιμοι να το εκδώσουμε μέσα στο 2019, για να μπορέσουμε μετά, αν είμαστε καλά στην υγεία μας, να ξεκινήσουμε το τρίτο λεύκωμα («Μουσουργοί της Κύπρου») και το τέταρτο «Μουσουργοί της Ηπείρου»).


Από τη διάλεξη του κ Θωμά Ταμβάκου, στις 9 Δεκεμβρίου 2018, η οποία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του μουσουργού Δημήτρη Νικολάου, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από το θάνατό του.

 

T.B.: Τον Δεκέμβριο του 2018, πραγματοποιήσατε μια διάλεξη αφιερωμένη στη μνήμη του μουσουργού Δημήτρη Νικολάου με αφορμή τη συμπλήρωση 10 ετών από το θάνατό του. Από ποια οπτική θα προτρέπατε έναν φοιτητή μουσικολογίας να ερευνήσει το έργο του και από ποια οπτική έναν σύγχρονο συνθέτη;

Θωμάς Ταμβάκος: Από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας των Τ.Μ.Σ. των πανεπιστημίων μας και σε συνεργασία με αρκετούς από τους καθηγητές τους, όπως ο αείμνηστος Δημήτρης Θέμελης, ο Χρήστος Σαμαράς, ο Νίκος Μαλιάρας, κ.ά., το Α.Ε.Μ.Θ.Τ. συνδράμει πολλούς φοιτητές στην εκπόνηση των πτυχιακών και διδακτορικών εργασιών τους με θεματολογία τους Έλληνες συνθέτες. Ο Δημήτρης Νικολάου, είναι μία εξαιρετική περίπτωση μουσουργού, πέραν της υπέροχης παρουσίας του ως ανθρώπου, με έργο που πρέπει να προσεγγιστεί από τους φοιτητές που ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη μουσική δημιουργία. Ο Νικολάου αποτελεί την επιτομή του δημιουργού της διασποράς που ναι μεν βιώνει τη σύγχρονη μουσική πραγματικότητα και πρωτοπορία, φιλτραρισμένη με τη δική του μοναδική οπτική γωνία, ανατρέχει δε στις μουσικές πηγές της προγονικής πατρίδας του για να αντλήσει στοιχεία (μοτίβα, τραγούδια, ρυθμοί, χοροί) και να τα ενσωματώσει με μαεστρία στη μουσική δημιουργία. Το ίδιο ισχύει για πολλούς σύγχρονους συνθέτες μας, εδώ και στο εξωτερικό, που το έργο τους παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον από μουσικολογικής πλευράς.

 

T.B.:  Θα θέλατε να συμπληρώσετε κάτι που θεωρείτε άξιο αναφοράς;

Θωμάς Ταμβάκος: Είμαι ευτυχής που μέσα στη 40χρονη ενασχόλησή μου με τη λόγια μουσική δημιουργία των Ελλήνων και ελληνικής καταγωγής μουσουργών ευτύχησα να γνωρίσω κορυφαίους Ανθρώπους και Δημιουργούς. Δεν μπορώ να μην μνημονεύσω αυτούς που ήταν και πνευματικοί πατέρες αλλά και πρότυπά μου: τον Δημήτρη Δραγατάκη, τον Τάκη Καλογερόπουλο, τον Δημήτρη Θέμελη, τον Θόδωρο Αντωνίου, τον Γιώργο Σισιλιάνο και τον Δημήτρη Νικολάου.
Είμαι ευτυχής και τυχερός που συνεργάζομαι ισότιμα με σπουδαίους ερευνητές και μουσικολόγους, αγαπημένους φίλους, τον Γιώργο Κωνστάντζο και τον Αθανάσιο Τρικούπη, που, όπως και ο αγαπητός Γ. Λεωτσάκος, αποτελούν για μένα πρότυπα μουσικολογικής έρευνας. Ευελπιστώ επίσης στην ανταπόκριση της μουσικής και φιλόμουσης κοινότητας της συμπρωτεύουσας στις 13 Φεβρουαρίου στην ημερίδα για τους Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργούς των Βαλκανίων που θα γίνει στο Κτίριο του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Α.Π.Θ. με ώρα έναρξης τις 3 μ.μ. Ευχαριστώ επίσης τον αγαπητό Άρη Μπασμαδέλη, υπεύθυνο της Βιβλιοθήκης του Τ.Μ.Σ. του Α.Π.Θ., για την αγόγγυστη προσπάθειά του για την επιτυχή διοργάνωση της ημερίδας, τη επίσης αγαπητή μου Στεφανία Μεράκου, διευθύντρια της Βιβλιοθήκης ‘Λίλιαν Βουδούρη’ που με κάλεσε για να παρουσιάσουμε τα πρώτα ευρήματα της έρευνάς μας στην εκδήλωση που ήδη μνημονεύσαμε και στην οποία έλαβε μέρος η εξαιρετική πιανίστα και συνεργάτιδα Αγγέλικα Παπανικολάου ερμηνεύοντας έργα Ελλήνων των Βαλκανίων.
Σας ευχαριστώ πολύ για τη διάθεσή σας να με ακούσετε αλλά και για όσα κάνετε, μέσω της ιστοσελίδας tar.gr για την προβολή των δραστηριοτήτων του Α.Ε.Μ.Θ.Τ.


Τίνα Βαρουχάκη 
varouchaki.tar@gmail.com
Ιανουάριος 2019
Επιλογή εικόνων και τεχνική επιμέλεια σελίδας Κώστας Γρηγορέας

(Η επιμέλεια του κειμένου είναι ευθύνη του αρθρογράφου


[1] Οι φωτογραφίες με τις λεζάντες, αποτελούν αντίστοιχες διαφάνειες στο πλαίσιο της διάλεξης του κ. Θωμά Ταμβάκου με θέμα: «Έλληνες και ελληνικής καταγωγής μουσουργοί των Βαλκανίων 17ος- 20ος αιώνας»
Πηγή:
https://www.blod.gr/lectures/ellines-mousourgoi-ton-balkanion-17os-20os-ai/15-01-2018
Για το πόνημα, βλ. επίσης: http://www.tar.gr/content/content.php?id=5749


Εγγραφείτε για διμηνιαία ενημέρωση (email) με τα πρόσφατα άρθρα στο TaR

  

Δείτε ΕΔΩ προηγούμενες ενημερώσεις, ως δείγμα.



| More

    - Ενημερώστε για τις εκδόσεις σας. (Στις "κυκλοφορίες" η παρουσίαση των εκδόσεων γίνεται με την επιμέλεια και ευθύνη των δημιουργών τους).
    - Ενημερώστε το TaR (webmaster.tar@gmail.com) για τις δραστηριότητές σας και για οποιαδήποτε κιθαριστικού ή γενικότερου μουσικού ενδιαφέροντος είδηση
    (Ό,τι παρατίθεται στις ενημερωτικές στήλες είναι πληροφόρηση κι όχι -κατ' ανάγκη- πρόταση του TaR)
Το TaR λειτουργεί ως μη κερδοσκοπική μουσική διαδικτυακή κοινότητα που βασίζεται αποκλειστικά στην εθελοντική εργασία των συνεργατών. 
Δεν απασχολεί επαγγελματίες δημοσιογράφους και η πληροφόρηση που παρέχει μέσω των ενημερωτικών στηλών του εξαρτάται αποκλειστικά από τα δελτία τύπου που στέλνουν οι ενδιαφερόμενοι καλλιτέχνες, τα οποία και δημοσιεύει "καλή τη πίστει". Όπως είναι επόμενο όμως, το TaR δεν φέρει ευθύνη για πιθανές ανακρίβειες.
.

© TAR - Μουσικό διαδικτυακό περιοδικό
webmaster: Κώστας Γρηγορέας
διευθυντής: Νότης Μαυρουδής


εικαστική επιμέλεια, σχεδιασμός: Ειρήνη Κουρζάκη
υλοποίηση, φιλοξενία: Hyper Center